Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ὁ ἄρτιος τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος

Η Δράση μας · Τεύχος Αυγούστου – Σεπτεμβρίου 2026

Μνημονεύοντας καί μελετώντας τόν Νικόλαο Π. Βασιλειάδη (1927-2016)
Δέν εἶναι ἁπλά χρέος τιμῆς, εἶναι πόθος τῶν εὐεργετημένων ψυχῶν, εἶναι δάκρυα εὐγνωμοσύνης, εἶναι ἀντίλαλος ἀπό τή δική του πένα κάθε ἀναφορά στόν ταπεινό πατερικό θεολόγο Νικόλαο Βασιλειάδη, πού γεμάτος Χάρη Θεοῦ καί Πνεῦμα Ἅγιο ἔβαλε τή σφραγίδα τῆς σοφίας του στά θεολογικά γράμματα, στό ἱεραποστολικό ἔργο, στή διακονία τῆς νεότητας μέσα στόν ἀμπελώνα τοῦ Κυρίου στόν 20ο αἰώνα.

Καταγόταν ἀπό τήν κατεχόμενη Κύπρο – τό χωριό Ἄχνα τῆς ἐπαρχίας Ἀμμοχώστου – καί ὑπῆρξε ἕνα ἀπό τά ἱδρυτικά μέλη τῆς Ἀδελφότητος Θεολόγων «Ο ΣΩΤΗΡ».

Δέκα χρόνια ἡ ἀγγελική ψυχή του εὐφραίνεται στίς αὐλές τοῦ Κυρίου, ὅμως εἶναι πάντα δίπλα μας νά μᾶς δίνει θάρρος στόν ἀγώνα μέ τόν ἀντίδικο, νά μᾶς δίνει πνεῦμα ἀπό τό πνεῦμα του, νά βλέπουμε τήν πορεία τῆς ἱστορίας μέσα ἀπό τό φῶς τῆς αἰωνιότητας. Μέ τήν κρυστάλλινη φωνή του γεμάτη νεανικό παλμό μᾶς ἀφυπνίζει μπροστά στήν ἀπειλή τῆς ἐκκοσμίκευσης καί στίς καλοστημένες παγίδες τῆς μετασχηματισμένης ἁμαρτίας. Ἀγκαλιάζει πατερικά μέσα στά γράμματά του τά νιάτα πού ἀποκαλοῦσε «ἄνοιξη τῆς ζωῆς», καθώς ἡ καρδιά του ἦταν ἀειθαλές ρόδο[1] ποτισμένο μέ τό «ὕδωρ τό ζῶν», καί μέσα ἀπό τή σιωπή τοῦ γραφείου του στέλνει ἀγγελικά σαλπίσματα: «Ὅσοι νιώθουμε ἀναμμένη στίς καρδιές μας τή φλόγα τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ἀλήθειας Του, ὅσοι αἰσθανόμαστε τή μεγάλη εὐθύνη μας ἀπέναντι στήν κοινωνία, πρέπει νά ξεδιπλωθοῦμε… Νά συνδυάσουμε τή χριστιανική μας πίστη μέ τό θάρρος τῆς γνώμης μας. Τήν ἐσωτερική μας καθαρότητα μέ τήν παρρησία. Νά συζεύξουμε τήν τιμιότητα μέ τή γενναιότητα. Μέ τή μαχητική προβολή τῶν χριστιανικῶν μας ἀρχῶν»[2].

Ψηλαφώντας τά κείμενά του ἀνακαλύπτουμε τόν ἔνθεο στοχαστή πού ἐξομολογητικά ξεδιπλώνει πτυχές τῆς ψυχῆς του: «Οἱ ἱεροί στοχασμοί ἀναπηδοῦν ἀπό ψυχή πού τή συνέχει τό ἀνεξιχνίαστο μυστήριο τῆς ἀπέραντης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ»[3]. Μιά καρδιά ξεχειλισμένη ἀπό ἁγνή φιλοπατρία: «Στή ζωή μου – δέν τό κρύβω – ἀγάπησα βαθιά τήν Ἑλλάδα καί τούς ἀγῶνες της γιά τήν ἐλευθερία. Μεγαλωμένος στή μαρτυρική Κύπρο, κάτω ἀπό τή στυγνή ἀποικιοκρατία τῶν Ἄγγλων – ἤμουνα παιδί τό 1931, τόν χρόνο πού τό μεγαλονήσι μας σήκωσε ἐπανάσταση, μιά ἀπό τίς πολλές – τότε πού οἱ Ἕλληνες τῆς Κύπρου δέν μπορούσαμε νά ψάλλουμε τόν ἑλληνικό Ἐθνικό Ὕμνο, δέν μπορούσαμε νά ὑψώσουμε τήν ἑλληνική σημαία… Γι᾿ αὐτό καί ἡ Ἑλλάδα μοῦ μιλοῦσε μυστικά, ἀλλά ­δυνατά σάν δάσκαλος, σάν προφήτης, σάν παρηγορητής. Ἀπό τότε θρονιάστηκε μέσα μου, καίει τά σπλάχνα μου. Πονῶ μαζί της, χαίρομαι μαζί της, πανηγυρίζω μαζί της. Κι ἡ Ἑλλάδα βαθαίνει τή ζωή μου, τήν πλουτίζει μέ τά ἰδανικά της»[4].

Ἡ ἰδιαίτερη πατρίδα του, ἡ Κύπρος, ἦταν πού τοῦ μιλοῦσε μυστικά, καθώς ἔγραφε τό ἔργο «Ἐθνομάρτυρες τοῦ Κυπριακοῦ Ἔπους 1955-59», γιά τό ὁποῖο βραβεύτηκε μέ ἔπαινο ἀπό τήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν (1977).

Τό συγγραφικό του ἔργο, πολύπλευρο, χειμαρρῶδες καί διαχρονικό, διεισδύει στήν ἐπιστημονική ἔρευνα, στή δημοσιογραφία, σέ ὅλους τούς τομεῖς τῆς Θεολογικῆς Ἐπιστήμης, στήν ἑρμηνευτική, δογματική, ἀπολογητική, λειτουργική. Ὁ μακαριστός Νικόλαος Βασιλειάδης, ἀκάματος στό πνευματικό μετερίζι πού τόν ἔβαλε ἡ σοφία τοῦ Θεοῦ, ἔδωσε στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἕνα μνημειῶδες ἑρμηνευτικό ἔργο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, 20τομο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης (βραβεῖο ἀπό τήν Ἀκαδημία Ἀθηνῶν 2000) καί ὡς κατακλείδα τό διαμάντι τῆς ἁγιοπνευματικῆς καί ἁγιοπατερικῆς ἑρμηνευτικῆς του γραφίδας «Ἡ Ἀποκάλυψη του ‘Ιωάννου». Ὁ ἴδιος, προλογίζοντας τό ἔργο του, θά σημειώσει: «Στήν ἐργασία αὐτή, πού τή ­θεωρήσαμε ὡς ­ταπεινή διακονία στόν λαό τοῦ Θεοῦ, προσπαθήσαμε νά μήν ἐκθέσουμε δικές μας ἑρμηνεῖες ἤ ἀπόψεις, ἀλλά μόνο τίς θέσεις τῶν θεοφόρων Πατέρων… Ἐμεῖς, οἱ μικροί, ρωτήσαμε γιά ὅλα ἐκείνους, ὅπως μᾶς συμβουλεύει τό Ἅγιο Πνεῦμα… Ἔχοντες βαθύτατη συναίσθηση τῆς ἀνεπάρκειας καί τῆς πτωχείας μας, καί ταυτόχρονα σαφῆ ἐπίγνωση ὅτι ζοῦμε σ᾿ ἕναν χαοτικό κόσμο συγκρητισμοῦ καί συγχύσεως, τολμήσαμε νά προσεγγίσουμε τό προφητικό κείμενο τῆς Ἀποκαλύψεως μέ ἅγιο φόβο, εὐλάβεια καί ἀπόλυτο σεβασμό πρός τόν λόγο τοῦ Ἀποστόλου “μακάριος ὁ ἀναγινώσκων καί οἱ ἀκούοντες τούς λόγους τῆς προφητείας καί τηροῦντες τά ἐν αὐτῇ γεγραμμένα” (Ἀποκ. α΄ 3)»[5].

«Τό Μυστήριο τοῦ θανάτου» (1η ἔκδοση 1980), τό βιβλίο τοῦ σοφοῦ καί «κεκρυμμένου» Νικολάου Βασιλειάδη πού βρῆκε διεθνῆ ἀναγνώριση, ἀποτελεῖ ἐκδοτικό θρίαμβο, καθώς ἔχει ἐκδοθεῖ 20 φορές καί ἔχει μεταφραστεῖ σέ πάνω ἀπό 7 γλῶσσες. Φανερώνει τή φιλοπονία, τή μεθοδικότητα καί τήν εὐφυΐα τοῦ ἀνδρός, πού χωρίς ψηφιακά μέσα ἔδωσε μέ πληρότητα καί συστηματικότητα, ἀλλά κυρίως μέ φωτισμό Θεοῦ, ὅλη τήν ἁγιογραφική καί πατερική διδασκαλία περί τοῦ θανάτου. Μέ ­χριστοκεντρικό ­λόγο, πάντα ­μειλίχιος καί εὐγενής, κλείνει τό μεγαλόπνοο ἔργο του καί μᾶς παρακινεῖ: «Ἀδελφή ψυχή, πού μελέτησες τάς γραμμάς, αἱ ὁποῖαι προηγήθησαν, ἄς ἀγωνισθῶμεν, ὥστε νά ζήσωμεν μέ τόν ἅγιον καί ἁγνόν φόβον τοῦ Θεοῦ τόν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς “παροικίας ἡμῶν” (Α΄ Πέτρ. α΄ 17), δηλαδή τῆς ξενιτείας μας ἐδῶ εἰς τήν γῆν. Ἐάν ζήσωμεν “σωφρόνως καί δικαίως καί εὐσεβῶς ἐν τῷ νῦν αἰῶνι”, περιμένοντες μέ ἅγιον πόθον καί χαράν τήν μακαριότητα πού ἐλπίζομεν καί τήν φανέρωσιν τῆς δόξης τοῦ μεγάλου Θεοῦ καί Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ (Τίτ. β΄ 13), δέν θά ἐπιτρέψῃ ὁ περιπόθητος καί γλυκύτατος Κύριός μας νά γίνωμεν “ἐπίχαρμα” τῶν παγκάκων δαιμόνων. Ἀπ᾿ ἐναντίας, θά μᾶς ἀξιώσῃ νά “προφθάσωμεν τό πρόσωπον αὐτοῦ ἐν ἐξομολογήσει καί ἐν ψαλμοῖς”, νά ἀλαλάξωμεν καί ἡμεῖς μετά τῶν ἁγίων Ἀγγέλων, ὅταν θά “ἔρχεται κρῖναι τήν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ. Τότε θά γίνωμεν καί ἡμεῖς ἅγια καί μακάρια μέλη τῆς δεδοξασμένης καί πανευτυχοῦς ὁμηγύρεως τῶν “ἐν οὐρανοῖς ἀπογεγραμμένων”, διά νά ἀναπέμπωμεν παναρμόνιον καί πάντερπνον καί ἀσίγητον ὕμνον πρός τόν Παμβασιλέα Χριστόν»[6].

Ἀπό τά πιό γνωστά ἀπολογητικά ἔργα του «Τό Λυκόφως τοῦ Μαρξισμοῦ», μέ ἀρχιτεκτονική δομή, συναρπαστική ἔκθεση καί λογική διάταξη τῆς ὕλης, παίρνει προφητικές διαστάσεις μετά τήν πτώση τοῦ κομμουνισμοῦ στή Ρωσία, καθώς προέβλεψε τό λυκόφως τῆς μαρξιστικῆς ἰδεολογίας καί γίνεται ἔμβλημα τῆς ὀξυδέρκειας, τῆς εὐρυμάθειας καί ἱκανότητας τοῦ μακαριστοῦ Ν. Βασιλειάδη νά ἀναλύει τό κοινωνικό καί ἱστορικό γίγνεσθαι. Οὐσιαστικά ἀνανεώνει τήν παράδοση τῶν Μεγάλων Πατέρων πού παρουσίαζαν καταπληκτική γνώση τῶν ἐπιμέρους ἐπιστημῶν τῆς ἐποχῆς τους, κινοῦνταν ἄνετα στίς περιοχές τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν, τῆς ἀρχαίας γραμματείας καί τῆς φιλοσοφίας[7].

Περισπούδαστο εἶναι τό τρίτομο δογματικό ἔργο του «Ἡ Ὀρθοδοξία Ἐλπίς τοῦ κόσμου» πού καταδεικνύει περίτρανα τήν ἀγάπη του γιά τήν Ὀρθοδοξία, στήν ὑπηρεσία τῆς ὁποίας ἔθεσε τό συγγραφικό του χάρισμα, προβάλλοντας τήν ἱστορία της, τούς θησαυρούς της, τό μεγαλεῖο της, μέ στόχο πάντα τή δόξα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί τόν εὐαγγελισμό τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Τό μήνυμά του, ἐγερτήριο καί πατερικό, μᾶς καλεῖ νά ἀκούσουμε «τή φωνή τῆς αἰωνόβιας Ὀρθοδοξίας, ἡ ὁποία φωνάζει στόν γεμάτο σύγχυση καί πλάνη κόσμο μας, πού κινδυνεύει νά παραμορφωθεῖ καί νά χαθεῖ στό χάος τῆς παγκοσμιοποιήσεως, τή στοργική φωνή: “Ἔρχου καί ἴδε” (Ἰω. α΄ 47)»[8]. Καί τότε «ὀφείλουμε νά ζοῦμε μέσα στήν Ἐκκλησία, διά νά ἁγιαζώμεθα μέ τή χάρι τῶν Μυστηρίων της, νά κατανοοῦμε τήν Ἁγίαν Γραφήν ὀρθῶς καί νά προσευχώμεθα θεοπρεπῶς. Ἔτσι θά γινώμεθα ζωντανά μέλη της. Ἔτσι καί μόνον ἡ ψυχή μας γίνεται “θεολόγος” ψυχή, ὅπως λέγουν οἱ θεσπέσιοι Πατέρες»[9].

Ὁ ἱεραποστολικός του ζῆλος τόν ἔφερε ὡς εὐφραδέστατο κήρυκα τοῦ θείου λόγου στήν Αὐστραλία, τήν Ἀγγλία, τή Ρωσία, τήν Ἀφρική, τήν Κύπρο, ἀλλά καί σέ πλῆθος πόλεων καί μητροπόλεων τῆς Ἑλλάδας, ὅπου ἄφησε «εὐωδία Χριστοῦ» καί ἔκτισε σχέσεις ἱερῆς φιλίας. Στό πρόσωπό του οἱ πιστοί δέν ἔβλεπαν ἕναν ἀπόμακρο ἱεροκήρυκα, ἀλλά τόν πρᾶο, τόν γλυκύ, τόν εὐλαβῆ, τόν ἐνθαρρυντικό, τόν αὐθεντικό πνευματικό ἄνθρωπο πού μετέδιδε λόγο ἀληθείας, εἰρήνης καί παραμυθίας καί ἅπλωνε χέρια ἀγάπης καί προσευχῆς, «εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν ἐξηρτισμένος» (Β΄ Τιμ. γ΄ 17). Δοξάζεται δέ ἀπό τόν Πανάγαθο Κύριο, ὥστε νά ἐξακολουθεῖ νά διδάσκει, νά κηρύττει, νά ζωογονεῖ καί νά δροσίζει αὐτούς πού πεινοῦν καί διψοῦν τήν δικαιοσύνη, ὁ σεμνός καί συνάμα μεγάλος ἐκκλησιαστικός ἄνδρας, ὁ ἄρτιος τοῦ Θεοῦ ἄνθρωπος, ὁ Νικόλαος Π. Βασιλειάδης.


[1] Ὡς ἀρχισυντάκτης καί ἀρθρογράφος στό νεανικό περιοδικό «Πρός τή Νίκη» ὑπέγραφε μέ τό ψευδώνυμο Ν. Ροδινός.
[2] Καθώς ξανοίγεσαι στή ζωή, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 2007, σ. 279-280.
[3] Στοχασμοί καί ἀνατάσεις στίς γιορτές τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 1996, σ. 3.
[4] Γιά τήν Ἐλευθερία, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 1993, σ. 2.
[5] Ἀποκάλυψις τοῦ Ἰωάννου, Ἑρμηνεία–Σχολιασμοί–Πατερικές γνῶμες–Διδάγματα, ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 2011, σ. 7.
[6] Ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 19823, σ. 553.
[7] Ἐνδεικτικά βλ. ἐπίσης τά ἔργα του: Ἡ χριστιανική πίστις εἰς τόν αἰῶνα τῆς ἐπιστήμης (ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 1982), Ὁ Δαρβίνος καί ἡ θεωρία τῆς ἐξελίξεως (ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 1985), Ἀρχαιολογία καί Ἁγία Γραφή (ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 1999) καί Ὀρθοδοξία, Ἰσλάμ καί Πολιτισμός (ἐκδ. «Σωτήρ», Ἀθῆναι 2000).
[8] Ὀρθοδοξία Ἐλπίς τοῦ κόσμου, Ἀλήθεια καί Ζωή (τόμ. Β΄), ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 2007, σ. 7.
[9] Ὀρθοδοξία Ἐλπίς τοῦ κόσμου, Σῶμα Χριστοῦ (τόμ. Α΄), ἐκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἀθῆναι 2004, σ. 44.

Φιλοθέη Χ. Τ.