«Πεποικιλμένη τῇ θείᾳ δόξῃ ἡ ἱερά καί εὐκλεής, Παρθένε, μνήμη σου».
Παρθένε, ἡ μνήμη σου ἱερή καί ἁγία εἶναι, καί συνάμα δοξασμένη καί τιμημένη, ὄχι μέ δόξα καί τιμή ἀνθρώπινη ἀλλά θεϊκή. Μ᾿ αὐτή τή θεία δόξα εἶναι στολισμένη καί καλλωπισμένη ἡ μνήμη τῆς ἱερᾶς σου κοιμήσεως καί μεταστάσεως. Γι᾿ αὐτό καί ὅλοι οἱ πιστοί ἔχουν συναχθεῖ – συνεχίζει ὁ ἱερός ἀσματογράφος – γιά νά ἑορτάσουν καί εὐφρανθοῦν μέ ἄσματα καί ἤχους καί χορούς πνευματικούς.
Κοίμηση ἀντικρίζουμε οἱ πιστοί, καί φαιδρά πανήγυρη ἐπιτελοῦμε. Ἐξόδιο ὕμνο ἐρχόμαστε νά καταθέσουμε, καί δοξαστικούς παιάνες ἀναπέμπουμε. Κηδεία ἑτοιμάζουμε, καί γιορτάσι στήνουμε. Τό «Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ». Τί παράδοξα πράγματα…!
Ἀλλά μόνο στήν ἁγία μας Ὀρθοδοξία συναντῶνται τά παράδοξα αὐτά. Γιατί ὅσα λαμβάνουν ἐδῶ χώρα δέν εἶναι ἀνθρώπινα ἀλλά θεϊκά· ἤ, καλύτερα, θεανθρώπινα. Ἐδῶ τελετάρχης ὅλων τῶν θαυμασίων εἶναι ὁ Θεάνθρωπος Υἱός τοῦ Θεοῦ καί Υἱός τῆς Παρθένου, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτός πού πάτησε τόν θάνατο καί τόν ἔκανε γέφυρα πρός τήν ὄντως ζωή. Αὐτός πού καί τά δάκρυα τοῦ πένθους τά μετέβαλε σέ ὕμνους ἀναστάσιμους. Κι ἄν ὁ θάνατος κάθε πιστοῦ παρέχει τή γλυκιά παράκληση στίς καρδιές ὅτι ὁ προσφιλής ὄχι μόνο δέν ἔπαψε νά ζεῖ, ἀλλά μετέβη σέ ζωή «κρείττονα», ἀνώτερη ἀπό αὐτή πού μέχρι τώρα ζοῦσε, πόσο περισσότερο αὐτό πρέπει νά ἰσχύει γιά τή Μητέρα τοῦ Θεοῦ, τήν Κεχαριτωμένη, τήν ἀσυγκρίτως ἀνώτερη καί τιμιώτερη ὄχι μόνο ἀπό τούς ἀνθρώπους ἀλλά καί ἀπό τούς ἀγγέλους καί ἀρχαγγέλους, τή λαμπρότερη καί καθαρότερη καί ἀπό τίς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου; Καί πῶς θά ἦταν δυνατόν ἡ σκοτεινιά τοῦ θανάτου νά κρατήσει αἰχμάλωτη τήν ψυχή καί τό σῶμα Ἐκείνης πού μέσα της ἐβάστασε τόν Ἥλιο τῆς Ζωῆς; Γι᾿ αὐτό ἡ μνήμη τῆς Ἀειπαρθένου εἶναι λαμπρή, γι᾿ αὐτό «πεποικιλμένη» μέ θεία δόξα καί λαμπρότητα. Καί γι᾿ αὐτό καί ὁ πιστός λαός πού συνάζεται γιά νά προπέμψει τή θεοδόξαστη ψυχή της καί τό θεοτίμητο σῶμα της, ἑορτάζει τή μνήμη της μέ δάκρυα χαρᾶς. Ὡς Πάσχα, τό Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ.
Ἔτσι γνωρίζει καί ὁ λαός μας, ὁ ἑλληνικός λαός, νά τιμᾶ τήν Παναγία. Τό ἦθος αὐτό, τό σύμμικτο ἀπό τόν πόνο τῶν δικῶν του δοκιμασιῶν καί τή χαρά τῆς δικῆς της δόξας καί μητρικῆς της ἀγάπης, εἶναι γραμμένο βαθιά μέσα στά φυλλοκάρδια του. Ζυμωμένο μέ τή ζήση του. Ἀναπιασμένο μέ τήν ἱστορία του. Γι᾿ αὐτό κατεξοχήν στήν ἑλληνική ἐπικράτεια τόσο πολύ, τόσο ἔνθερμα τιμᾶται ἡ Κοίμηση τῆς Παναγίας. Καί γι᾿ αὐτό στόν τόπο τοῦτο δέν ὑπάρχει σπιθαμή γῆς, στεριά ἤ θάλασσα, πόλη ἤ χωριό, βουνό, βράχος, ξέρα, κάβος πού νά μήν τό στολίζει ἐκκλησία λαμπρή ἤ ταπεινό ξωκκλήσι ἤ σεμνό μοναστήρι τῆς Παναγίας. Πρός τοῦτο καί οἱ ἀμέτρητες εἰκόνες της, περίπυστες καί θαυματουργές, τίμια ἀναθήματα τοῦ Γένους, πού ἱστοροῦν ἐπάνω τους τή σεβασμία μορφή τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, καί μέ τή βυζαντινή τεχνουτροπία, τήν ἱερή καί ἐξαγιασμένη, ἀποδίδουν τό ἦθος πού στόλιζε τό τίμιο πρόσωπό της: τή σιωπή, ἁγνότητα καί εὐπρέπεια, τόν πόνο καί τήν ὑπομονή της, τήν ἥσυχη ἐγκαρτέρηση, τή γλυκύτητα καί μειλιχιότητα, τή σεμνότητα τῶν τρόπων της.
Προσκυνεῖ ὁ ἑλληνικός λαός καί νιώθει νά τοῦ «μιλάει» ἡ εἰκόνα. Γιατί κι αὐτός ὅλα ἐτοῦτα πού ἀποδίδονται στό πρόσωπο τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ τά ἔχει καταγεγραμμένα στήν ἐθνική του μνήμη, ἔστω καί λησμονημένα. Διότι καί σέ τοῦτο τόν τόπο ἀνέκαθεν ὑπῆρχαν σέ τίμιο συνδυασμό ἡ λιτότητα μέ τήν ἀρχοντιά, ἡ ἁπλότητα μέ τήν ἁρμονία, ἡ ταπείνωση μέ τή δόξα, ἡ φτώχεια μέ τόν ἀληθινό πλοῦτο. Μέ αὐτό τό ἦθος ὁ ἑλληνικός λαός ἑόρταζε πάντα τό Πάσχα, μέ αὐτό καί τό Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ.
Ἄς γίνει φέτος, ὁ ἑορτασμός καί ἡ τιμή τῆς εὐκλεοῦς μνήμης τῆς Παρθένου νά μᾶς φέρει σέ αὐστηρότερη θεώρηση τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου. Σέ ἐθνική αὐτογνωσία. Καί ἐπιστροφή στό ἑλληνορθόδοξο ἦθος ζωῆς.
Γιά νά γιορτάσουμε αὐθεντικά τό «Πάσχα τοῦ καλοκαιριοῦ»…

