Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ἐπιδιώκοντας τὴ χαρὰ

Ο Σωτήρ · Τεύχος 1 Δεκεμβρίου 2025

Πλασθήκαμε γιὰ τὴ χαρά. Ὁ Πλάστης μας τοποθέτησε τοὺς Πρωτόπλαστους «ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς τρυφῆς», δηλαδὴ στὸν κῆπο τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς ἀπολαύσεως, ὅπως γράφει ὁ θεόπτης Μωυσῆς (Γεν. β΄ 14). Στὸν Παράδεισο ζοῦσαν μέσα στὴ ζωντανὴ παρουσία τοῦ δημιουργοῦ Θεοῦ καὶ θαύμαζαν, χαίρονταν καὶ Τὸν δόξαζαν. Γιὰ τὴ διατήρηση αὐτῆς τῆς ἀπέραντης χαρᾶς ἕνας μόνο περιορισμὸς ὑπῆρχε: Ἁπὸ τὸ δένδρο τῆς γνὠσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ δὲν ἔπρεπε νὰ φᾶνε, διότι τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ ἔτρωγαν, θὰ πέθαιναν. «Ἀπὸ τοῦ ξύλου τοῦ γινώσκειν καλὸν καὶ πονηρόν, οὐ φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτοῦ· ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γεν. β΄ 17). Αὐτὸ τοὺς εἶχε πεῖ ὁ Θεός. Ἔτσι θὰ ἔμεναν αἰώνια τρισ­ευτυχισμένοι οἱ Πρωτόπλαστοι καὶ οἱ ἀπόγονοί τους. Ὅμως, παρακούοντας τὴν ἐντολή, ἔχασαν τὸν Παράδεισο τῆς τρυφῆς. Καὶ οἱ χαρές τους πλέον στὴ γῆ ἀναμείχθηκαν μὲ πόνους, κόπους, λύπες, ταλαιπωρίες. Ἡ γῆ ἔγινε «κοιλάδα τοῦ κλαυθμῶνος» γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό· ὁ τρόπος ἀναζητήσεως τῆς χαρᾶς διαστράφηκε, οἱ ἀπόγονοί τους ἔχασαν τὸν προσανατολισμό τους καὶ ἄρχισαν ν᾿ ἀναζητοῦν ἀλλοῦ τὴν εὐτυχία· τραγικοὶ δεσμῶτες τῆς ἁμαρτίας.
Σήμερα οἱ ἄνθρωποι ποὺ ζοῦν ἀπομακρυσμένοι ἀπὸ τὸν Θεό, βιώνουν τὴν ἴδια πλάνη. Ἀναζητοῦν τὴ χαρὰ καὶ εὐτυχία στὸν πλοῦτο, στὶς ἀνέσεις, στὶς ἐξουσίες, σὲ κάθε τι ποὺ ἐπιθυμοῦν οἱ αἰσθήσεις, σὲ κάθε τι ποὺ ἱκανοποιεῖ τὰ ἔνστικτα. Αὐτὰ τοὺς θέλγουν, τοὺς δελεάζουν. Ἐξαπατῶνται ἀπὸ τὰ εἴδωλα τῆς δόξας, τῆς σαρκικῆς ἱκανοποιήσεως καταπα­τώντας τὴ συνείδησή τους. Καταφρονοῦν τοὺς νόμους τοῦ Δημιουργοῦ καὶ Νομοθέτη, ἐγκαταλείπουν τὸν Θεὸ καὶ κυνηγοῦν τὰ ἀπατηλὰ εἴδωλα. Κατάν­τησαν νὰ λατρεύουν ὡς θεὸ τὴν κοιλία τους καὶ μὲ ὑπερηφάνεια νὰ θεωροῦν δόξα τους πράξεις ποὺ φέρνουν ντροπή. Τὸ τέλος τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν θὰ εἶναι ἡ καταστροφή, διότι θὰ καταλήξουν στὴν αἰώνια κόλαση. Ὁ σοφὸς βασιλιὰς Σολομών, ποὺ εἶχε γευθεῖ ὅλες τὶς χαρὲς τοῦ κόσμου, στὸ τέλος τῆς ζωῆς του διακήρυξε: «ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάν­τα ματαιότης» (Ἐκκλ. α΄ 1). Ὅλα ὅσα δὲν ἔχουν σχέση μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ψυχή, εἶναι πολὺ μεγάλη ματαιότητα. Ὅλες οἱ κοσμικὲς χαρὲς καὶ ἀπολαύσεις εἶναι μάταιες καὶ μηδαμινές.
Ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ δίνουμε σ᾿ αὐτὰ προτεραιότητα, οὔτε νὰ μοχθοῦμε γι᾿ αὐτά. Νὰ μὴν ἐξαρτοῦμε τὴν εὐτυχία μας, νὰ μὴν κολλᾶ ἡ καρδιά μας σὲ ὅ,τι γήινο καὶ προσωρινό.
Σὲ πολλοὺς ἀνθρώπους ποὺ τοὺς συν­άρπασε ὁ πλοῦτος, τοὺς ἔγινε παγίδα, «ἀρχὴ ὠδίνων», ἀκόμη καὶ τοῦ θανάτου, ὅπως τοῦ ἄφρονος πλουσίου τῆς γνωστῆς παραβολῆς τοῦ Εὐαγγελίου. Ἀλλὰ καὶ ἡ κενοδοξία, ἡ ξέφρενη ψυχαγωγία καὶ οἱ ἄμετρες ἀνέσεις ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων ὅτι δὲν βγαίνουν σὲ καλό. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει στὸν μαθητή του ἐπίσκοπο Τίτο: «Ἦμεν γάρ ποτε καὶ ἡμεῖς ἀνόητοι, ἀπειθεῖς, πλανώμενοι, δουλεύοντες ἐπιθυμίαις καὶ ἡδοναῖς ποικίλαις» (Τίτ. γ΄ 3). Κάποτε ἤμασταν κι ἐμεῖς (οἰ ἄνθρωποι) ἀνόητοι, ἀπείθαρχοι, περιπλανώμενοι μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀλήθεια του, δοῦλοι σὲ ἐπιθυμίες καὶ σὲ κάθε εἴδους ἡδονές.
Ἂς προσέξουμε λοιπὸν κι ἐμεῖς νὰ μὴν παρασυρθοῦμε ἀπὸ τὴν ἀπάτη τῆς ματαιότητας, νὰ μὴ γίνουμε, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιὰ τοὺς Χριστιανοὺς τῶν ἔσχατων καιρῶν, «φιλήδονοι μᾶλλον ἢ φιλόθεοι» (Β΄ Τιμ. γ΄ 4). Γράφει ὁ σοφὸς καὶ πιστὸς ἐπιστήμονας Πασκάλ: «Οἱ πολλοὶ στὴν ἐπιδίωξη τῆς χαρᾶς κυριαρχοῦνται ἀνεξέλεγκτα ἀπὸ τὴ φιληδονία καὶ καταστέλλουν τὸν φόβο τῆς συνειδήσεως, ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ κάνουν τὸ ἀντίθετο». Παραμερίζουν τὴ συνείδηση, ἡ ὁποία εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ πάνσοφου καὶ φιλάνθρωπου Κυρίου μας, καὶ παρασύρονται ἀπὸ τὴν ἄκρατη φιληδονία.
Ὁ ἅγιος Θεὸς μᾶς χαρίζει μεγάλες καὶ ἀνώτερες πνευματικὲς χαρές, τὶς ὁποῖες γευόμαστε, ὅταν μὲ συνέπεια τηροῦμε τὶς ἐντολές του καὶ κατεξοχὴν τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης, ἀλλὰ καὶ ὅταν Τὸν λατρεύουμε «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ». Τότε μόνο μποροῦμε νὰ ζοῦμε πραγματικὰ εὐτυχισμένοι.