Πόσο τό θέλω, Κύριε, ἀπόψε μές στό δάσος
νά Σοῦ μιλήσω ἁπλά, γλυκά, καί νά Σοῦ ψιθυρίσω
τούς πόνους καί τούς φόβους μου κι ὅ,τι κρύβ᾿ ἡ ψυχή μου.
Σοῦ τά ᾿χω πεῖ τόσες φορές· κι ὅμως τό θέλω πάλι
νά Σοῦ τά πῶ δίχως μιλιά μά μέ τό βλέμμα μόνο,
σάν τό ὑψώνω, Κύριε, στόν οὐρανό ψηλά.
………………………………………………………….
Ρίχνω τό βλέμμα ὁλόγυρα στά τόσα πλάσματά Σου
κι ὕμνος στά χείλ᾿ ἡ προσευχή γιά Σένανε ἀνεβαίνει.
Ἔπαψε νά χτυπᾶ ἡ καρδιά· οἱ πόνοι ἔχουν σιγάσει.
Στά πόδια Σου τούς ἔγειρα· κι ἄν εἶναι ματωμένοι
κι ἄν δάκρυ στάζουν, εἶσαι Σύ κοντά μου· τί μέ νοιάζει;
Κι ἔτσι στό γέρμα τοῦ ἡλιοῦ, στῆς θάλασσας τά βάθη
ἔσβησ᾿ ὁ πόνος ἁπαλά ἀπ᾿ τήν καρδιά κι ἐχάθη.
Εἰρ. Μ. Μιχαηλίδου

