Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Αληθινή ιστορία (Σ)

«Τὴν εἰκόνα σου φύλαξον»

Ο Σωτήρ · Τεύχος 1 Μαρτίου 2026

Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας! Μεγάλη ἡμέρα ξημέρωνε γιὰ τὴν Ἐκκλησία μας. Ὁ ἐξαίσιος ὕμνος «Τὴν ἄχραντον εἰκόνα σου προσκυνοῦμεν, ἀγαθέ…», θὰ ψαλλόταν καὶ πάλι θριαμβευτικὰ στοὺς Ναούς μας. Πρωί-πρωὶ ὁ σεμνὸς λευΐτης, ἱεροκήρυκας τῆς Μητροπόλεως, ὁ π. Ἐπιφάνιος, ξεκίνησε γιὰ νὰ μεταβεῖ στὸ κεφαλοχώρι τοῦ Ζαγορίου, ἐκεῖ ὅπου τοῦ ὄρισε ὁ Μητροπολίτης νὰ λειτουργήσει καὶ νὰ κηρύξει.

Μετὰ τὸν πρόσφατο θάνατο τοῦ ἐφημέριου τοῦ χωριοῦ, διάφοροι κληρικοὶ τῆς Μητροπόλεως ἐξυπηρετοῦσαν προσωρινὰ τὶς λατρευτικὲς ἀνάγκες τῶν πιστῶν.

Αὐτὴ τὴν ξεχωριστὴ ἡμέρα ὁ π. Ἐπιφάνιος μαζὶ μὲ νέους ποὺ τὸν βοηθοῦσαν στὸ ψαλτικό, ἔφθασε στὸ χωριό. Ὁ Ὄρθρος ἄρχισε καὶ σιγά-σιγὰ οἱ κάτοικοι τοῦ χωριοῦ μαζεύονταν στὴν ἐκκλησία. Οἱ ψάλτες ἔβαζαν ὅλη τους τὴν τέχνη γιὰ  ν’ ἀποδώσουν καλὰ τοὺς ὕμνους τῆς ἡμέρας. Στὴν ἀρχὴ τῆς θείας Λειτουργίας τὸ ἐκκλησίασμα εἶχε πυκνώσει. Οἱ ὧρες κυλοῦσαν μὲ ξεχωριστὴ κατάνυξη. Ἔφθασε καὶ ἡ στιγμὴ τοῦ κηρύγματος. Ὁ ἱεροκήρυκας, ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο τῆς ἡμέρας, εἶχε ἑτοιμασθεῖ νὰ τοὺς μιλήσει γιὰ τὴν ἐμπειρία τῆς πίστεως ποὺ πρέπει νὰ ἔχει κάθε πιστὸς μέσα στὴν Ὀρθοδοξία, μὲ βάση τὸ ρητό: «ἔρχου καὶ ἴδε». Θὰ ἀνέλυε τὴν πρόσκληση αὐτὴ τοῦ Φιλίππου πρὸς τὸν φίλο του τὸν Ναθαναήλ:  Ἔλα νὰ γευθεῖς, ἔλα νὰ ζήσεις τὸν Χριστό!

Μὰ ἐνῶ αὐτὰ εἶχε σκεφθεῖ, αὐτὰ εἶχε ἑτοιμάσει ἀποβραδὶς νὰ πεῖ, παίρνοντας θέση μπροστὰ στὴν Ὡραία Πύλη, ξα­φνικὰ μιὰ ἄλλη σκέψη ἦλθε στὸν νοῦ του καὶ αὐθόρμητα βγῆκε ἀπὸ τὸ στόμα του. Αἰσθάνθηκε κάτι ἀλλιώτικο, μιὰ ἄλλη δύναμη μέσα του, μιὰ ἔμπνευση διαφορετική. Δὲν ἀντιλήφθηκε πῶς καὶ γιατί ἄλλαξε τὸ θέμα του. Μίλησε τελικὰ γιὰ τὶς ἱερὲς καὶ ἅγιες εἰκόνες, γιὰ τὴ θέση τους μέσα στὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὴ θεολογία τους, γιὰ τὴν τιμὴ καὶ τὴν προσκύνησή τους. Στὸ τέλος μὲ ζωντάνια καὶ δύναμη ἀναφέρθηκε στὴν πιὸ ἱερὴ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, τὸν ἄνθρωπο! Αὐτὴ τὴν εἰκόνα ποὺ δημιούργησε ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς στὸν κῆπο τῆς Ἐδέμ. Προέτρεψε τέλος τοὺς πιστούς: «Τὴν εἰκόνα σου φύλαξον…» Συνέστησε δηλαδὴ προσοχὴ γι᾿ αὐτὴ τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μέσα μας· νὰ τὴ σεβόμαστε, νὰ προσέχουμε στὴ ζωή μας νὰ μὴν τὴ μολύνουμε.

Οἱ χωρικοὶ τὸν ἄκουγαν μὲ πολλὴ προσ­οχή. Γέμισαν οἱ ψυχές τους μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ὁ ἱεροκήρυκας, ὁ π. Ἐπιφάνιος, αἰσθανόταν παράξενα. Σὰν νὰ μιλοῦσε κάποιος ἄλλος μὲ τὸ δικό του στόμα.

Τί νὰ ἦταν αὐτὸ ποὺ τοῦ συνέβη; Πῶς τό ᾿παθε; Τόσα χρόνια δὲν τοῦ εἶχε συμβεῖ ἄλλη φορὰ κάτι τέτοιο· νὰ ξεκινήσει τὸ κήρυγμα, ἄλλα νὰ ἔχει ἐτοιμάσει καὶ ἄλλα τελικῶς νὰ πεῖ. Προσπαθοῦσε νὰ δώσει μιὰ ἐξήγηση, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε. Ἠρέμησε ἀφήνοντάς το στὸν Θεό! «Κύριέ μου, Ἐσὺ μίλησες…», συλλογιζόταν καὶ εἰρήνευε. Ὅμως μέσα του τοῦ ἔμενε ἀναπάντητη ἡ ἀπορία.

Μετὰ τὴν ἀπόλυση καὶ ἀφοῦ εὐχήθηκε στοὺς χωρικοὺς γιὰ τὴν ἡμέρα, μοίρασε τὸ ἀντίδωρο. Τὸν χαιρετοῦσαν οἱ Χριστιανοί, τὸν εὐχαριστοῦσαν γιὰ ὅσα ὡραῖα τοὺς εἶπε καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ ξαναέρθει στὸ χωριό τους.

Τελευταῖος πλησίασε νὰ πάρει ἀντίδωρο ἕνας ὥριμος ψηλὸς κύριος, ὁ Φώτης, θά ’ταν 65-70 ἐτῶν. Κάτι ἤθελε νὰ τοῦ πεῖ καὶ κοντοστάθηκε.

–Πάτερ, μὲ λένε Φώτη· σ᾿ εὐχαριστῶ πολύ, πολὺ σ’ εὐχαριστῶ! Σήμερα μὲ τὸ κήρυγμα ποὺ ἔβγαλες, μὲ βοήθησες σὲ κάτι σημαντικό. Ἔζησα πολλὰ χρόνια στὸ Ἐξωτερικό, δούλεψα ἐκεῖ καὶ τώρα γύρισα πίσω στὸ χωριό. Ὅσα χρόνια μοῦ χαρίσει ὁ Ὕψιστος ποθῶ νὰ τὰ περάσω ἐδῶ. Ἤμουν ὡστόσο πολὺ μπερδεμένος μὲ τὸ θέμα τῶν εἰκόνων. Ἔβλεπα στοὺς Ναοὺς τῶν Καθολικῶν τ’ ἀγάλματα καὶ ἀναρωτιόμουν πῶς οἱ Καθολικοὶ ἔχουν ἀγάλματα κι ἐμεῖς τὶς εἰκόνες. Τὸ ἴδιο δὲν πιστεύουμε; ἔλεγα, δίχως νὰ ξέρω. Σήμερα ὅμως κατανόησα τὴ σπουδαιότητά τους καὶ ξεδιάλυναν πολλὰ ἐρωτηματικὰ μέσα μου γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία μας. Ἀλλὰ δὲν ἀντιλήφθηκα τὸ τελευταῖο ποὺ εἶπες. Εἴμαστε ἐμεῖς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ;

Χαμογέλασε ὁ ἱεροκήρυκας. Τὸν παρεκάλεσε νὰ περιμένει λίγο, ὡσότου νὰ ὁλοκληρώσει τὴ διακονία του στὸ Ἱερό. Ἔπειτα κάθισαν στὸ λιτὸ γραφεῖο τοῦ Ναοῦ. Ὁ ἔμπειρος Πνευματικός, ἀφοῦ συζήτησαν τὴ θέση τῆς Ἐκκλησίας στὸ θέμα τῶν εἰκόνων, βρῆκε τὴν εὐκαιρία νὰ τὸν βοηθήσει νὰ καθαρίσει τὴν ψυχή του, τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶχε λερωμένη μέσα του, νὰ τοῦ μιλήσει γιὰ τὴν ἱερὴ Ἐξομολόγηση.

Ἕτσι σὲ λίγη ὥρα ὁ Φώτης γονατιστὸς ἐξομολογιόταν τὰ ἁμαρτήματά του, ἀκουμποῦσε τὰ λάθη του, τὸ παρελθόν του στὸ πετραχήλι τοῦ Πνευματικοῦ.

Φεύγοντας, ἡ ἀνεκλάλητη χαρὰ ποὺ ζοῦσε καθρεφτιζόταν στὸ πρόσωπό του. Εἶχε ἀναστηθεῖ μέσα του ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ἡ ψυχή του! Στ’ αὐτιά του κάθε τόσο ἠχοῦσαν τὰ λόγια τοῦ κηρύγματος: «τὴν εἰκόνα σου φύλαξον».

Ἀλλὰ καὶ ὁ σεβάσμιος ἱεροκήρυκας πῆρε τὴν ἀπάν­τηση γιὰ τὸ ποιός καὶ γιατί ἄλλαξε τὸ κήρυγμά του.

– Τί μεγάλος ποὺ εἶσαι, Θεέ μου, σιγοψιθύρισε βουρκωμένος…