Γεμάτος ἀπὸ κομπασμό, αὐθάδεια, ἀλαζονικὴ ἔπαρση ὁ βασιλιὰς τῆς Αἰγύπτου Πτολεμαῖος Δ΄ ὁ Φιλοπάτωρ (221-205 π.Χ.), ἀπὸ τὴ δυναστεία τῶν Λαγιδῶν, ἐπιγόνων τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἐξαπολύει ὕβρεις καὶ ἀπειλὲς κατὰ τῶν εὐσεβῶν Ἰουδαίων ποὺ κατοικοῦν στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ τὰ περίχωρά της. Δὲν μπορεῖ νὰ δεχθεῖ τὸ ὅτι δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ εἰσέλθει στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, τὸ ἱερότατο αὐτὸ διαμέρισμα τοῦ Ναοῦ τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου ἔφθασε ὡς νικητής. Στὴ δεδομένη στιγμὴ ἀξίωσε μὲ αὐταρχικότητα τὴν εἴσοδό του στὸν ἄβατο ἐκεῖνο χῶρο, ἀλλὰ ὁ παντοκράτορας Κύριος, μὲ τὸ νὰ τὸν ἀφήσει κάτω στὸ ἔδαφος ἄφωνο, νεκρὸ σχεδόν, τοῦ ἔδειξε ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ «κατατολμᾶ», νὰ ὁρμᾶ μὲ θράσος ἐναντίον τῶν ἱερότατων. Αὐτὸ δὲν τὸ ἄντεξε ὁ κομπαστὴς αὐτοκράτορας καὶ τώρα βγάζει διάταγμα, νὰ συγκεντρώσουν σ᾿ ἕναν τόπο ὅλους τοὺς Ἰουδαίους ποὺ κατοικοῦν στὰ περίχωρα τῆς Ἀλεξάνδρειας καὶ νὰ τοὺς θανατώσουν μὲ τὸν πιὸ βίαιο καὶ βασανιστικὸ τρόπο (βλ. Γ΄ Μακ. β΄-γ΄).
Μὲ πλοῖα, γράφει τὸ ἱερὸ κείμενο, τοὺς μετέφεραν κάτω ἀπὸ ἄθλιες συνθῆκες, σὰν κακούργους σιδηροδέσμιους, γέροντες καὶ νέους καὶ παιδιά, νεαρὲς γυναῖκες μὲ τὰ ἁπαλὰ βρέφη στὰ στήθη τους, καὶ τοὺς ἔκλεισαν στὸν τεράστιο ἱππόδρομο τῆς Ἀλεξάνδρειας. Μαζὶ μὲ αὐτοὺς καὶ ὅσους ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους τῆς πόλεως δὲν θέλησαν νὰ ὑπακούσουν στὸ διάταγμα τοῦ βασιλιᾶ νὰ προσκυνήσουν τὰ εἴδωλα καὶ νὰ μεταταχθοῦν στὴ θρησκεία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων.
Κατόπιν ὁ ἀλαζόνας βασιλιὰς καλεῖ κοντά του τὸν ἀξιωματοῦχο Ἕρμωνα, ὁ ὁποῖος ἦταν ὑπεύθυνος γιὰ τὴν ἐπιμέλεια τῶν «τεθωρακισμένων» τῆς ἐποχῆς, τῶν ἐλεφάντων, καὶ τοῦ δίνει σαφὴ ἐντολή: Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα ἔπρεπε νὰ χορηγήσει σὲ 500 ἐλέφαντες μεγάλες δόσεις ἀπὸ λιβανωτὸ καὶ ἐπιπλέον νὰ τοὺς ποτίσει μὲ ἄφθονο καθαρό, ἀνόθευτο κρασί. Ἔτσι, μεθυσμένους, νὰ τοὺς ὁδηγήσει κατόπιν στὸν ἱππόδρομο γιὰ νὰ καταπατήσουν τοὺς ἔγκλειστους Ἰουδαίους. Τὸ θέαμα θὰ μποροῦσαν νὰ παρακολουθήσουν ἀπὸ τὶς κερκίδες καὶ ὅσοι ἤθελαν ἀπὸ τοὺς ντόπιους Αἰγυπτίους. Θὰ συμμετεῖχε καὶ ὁ ἴδιος ὁ βασιλιὰς ὡς θεατής!
Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ εὐσεβεῖς σιδηροδέσμιοι ἐντὸς τοῦ ἱπποδρόμου μὲ φωνὲς οἰκτρές, δάκρυα, στεναγμοὺς προσεύχονταν ἀσταμάτητα πρὸς τὸν ὕψιστο Θεό, παρακαλώντας Τον γιὰ τὴ θαυματουργική του ἐπέμβαση. «Τούτων μὲν οὖν ἐκτενῶς ἡ λιτανεία ἀνέβαινεν εἰς οὐρανόν» (Γ΄ Μακ. ε΄ 9).
Ὅλα εἶχαν ἑτοιμασθεῖ, οἱ ἐλέφαντες ἐξαγριώθηκαν ὅσο δὲν ἔπαιρνε καὶ ὁ Ἕρμων ἦρθε πρωί-πρωὶ στὰ ἀνάκτορα γιὰ νὰ ἀναγγείλει στὸ βασιλιὰ ὅτι «ὅλα εἶναι ἕτοιμα». Ἀλλὰ πρὸς ἔκπληξη ὅλων ὁ βασιλιάς… κοιμόταν βαθιά. Ποιός ὅμως θὰ τολμοῦσε νὰ τὸν ξυπνήσει; Πέρασε τὸ πρωί, ἔφθασε τὸ μεσημέρι, τὸ ἀπόγευμα. Ἔπρεπε ν᾿ ἀρχίσει καὶ τὸ συμπόσιο ποὺ εἶχε ἀναγγείλει ὁ ἴδιος, προκειμένου νὰ ἑορτάσουν τὴν ἐξολόθρευση τῶν ἐχθρῶν! Κάποια στιγμὴ ἐπιτέλους ξύπνησε καὶ σηκώθηκε γιὰ τὸ συμπόσιο. Ἐκεῖ θυμήθηκε καὶ τοὺς Ἰουδαίους.
–Γιατί δὲν τοὺς σκοτώσατε; ρώτησε.
–Διότι κοιμόσουν, βασιλιά, τοῦ ἀπάντησαν.
–Καλά, ἔχουν χάρη ποὺ κοιμόμουν. Τὴ γλύτωσαν σήμερα. Ἀλλὰ αὔριο…
Ἦρθε καὶ ἡ ἑπομένη, καὶ πάλι ἔφθασε ὁ Ἕρμων χαράματα γιὰ νὰ ἀναγγείλει ὅτι «τὰ πάντα εἶναι ἐντάξει». Ἀλλὰ τώρα στὰ αὐτιά του ἔρχονταν λόγια ἀλλόκοτα τοῦ βασιλιᾶ:
–Τοὺς γονεῖς σου καὶ τὰ παιδιά σου θὰ ἔριχνα στὰ θηρία, κι ὄχι αὐτοὺς τοὺς ἀθώους ἀνθρώπους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους κανένα παράπονο δὲν ἔχω καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν δείξει τὰ καλύτερα δείγματα εὐπείθειας καὶ ὑπακοῆς στὶς διαταγές μου!
Τά ᾿χασε ὁ Ἕρμων καὶ οἱ ἄλλοι, ὅσοι τ᾿ ἄκουσαν. Ἀλλὰ βέβαια αὐτό, σημειώνει ἡ Γραφή, ἦταν ἔργο τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶχε θέσει βαθιὰ στὴ διάνοια τοῦ βασιλιᾶ σύγχυση καὶ ἀμνησία (στίχ. 28)!
Γιὰ τρίτη φορὰ τώρα, ἔπειτα ἀπ᾿ ὅλα αὐτά, ἐπανέρχεται τὴν ἴδια ἡμέρα τὸ ἀπόγευμα ὁ βασιλιάς:
–Πόσες φορές, ἄθλιε, θὰ σὲ διατάξω τὰ ἴδια πράγματα; Ἐπιτέλους ἑτοίμασε τοὺς ἐλέφαντες γιὰ ἐξολόθρευση τῶν Ἰουδαίων!
Ἀγανάκτησαν ὅλοι οἱ ἀξιωματοῦχοι αὐτὴ τὴ φορά. Τοῦ ἔδωσαν νὰ καταλάβει ὅτι ὁ ἴδιος παλινωδοῦσε στὶς διαταγές του. Ὅμως τώρα φαινόταν ἀποφασισμένος ὅσο ποτέ. Ὁρκίσθηκε νὰ τοὺς ἐξολοθρεύσει.
Πράγματι τὴν ἄλλη ἡμέρα τὸ πρωὶ ὅλα ἑτοιμάσθηκαν, καὶ ὁ ἴδιος ὁ Πτολεμαῖος μὲ ἔνοπλο στράτευμα καὶ πλῆθος κόσμου ποὺ ἀκολουθοῦσε, συνόδευαν τοὺς ἐξαγριωμένους ἐλέφαντες πρὸς τὸν ἱππόδρομο. Σύννεφα σκόνης σηκώνονταν πρὸς τὸν οὐρανὸ ἀπὸ τὸ ποδοβολητὸ τῶν ἄγριων θηρίων…
Οἱ εὐσεβεῖς ἔγκλειστοι Ἰουδαῖοι ἔπεσαν μπρούμυτα σὲ προσευχὴ ἀγωνιώδη. Τότε ἕνας πρεσβύτης ἱερέας ἀνάμεσά τους, ὁ Ἐλεάζαρος, προέστη στὰ ἱκετευτικὰ λόγια πρὸς τὸν Θεό, παρακαλώντας Τον νὰ δείξει καὶ πάλι τὰ ἐλέη του καὶ νὰ κάνει τὸ θαῦμα, ὅπως πολλὲς φορὲς κατὰ τὸ παρελθόν, σὲ ὅλη τὴν ἱστορικὴ πορεία τοῦ ἰσραηλιτικοῦ ἔθνους (βλ. Γ΄ Μακ. ς΄ 1-15).
Καὶ τὸ θαῦμα ἀμέσως ἔγινε: Μὲ τὴν παρέμβαση δύο φοβερῶν στὴν ὄψη ἀγγέλων, ποὺ κατέβηκαν ἀπὸ τὸν οὐρανό, οἱ ἐλέφαντες στράφηκαν πρὸς τὰ πίσω κι ἄρχισαν νὰ καταπατοῦν τοὺς ἔνοπλους στρατιῶτες τοῦ βασιλιᾶ. Πανικὸς καὶ σύγχυση ἐπικράτησαν. Ὁ βασιλιὰς τά ᾿χασε καὶ οἱ διαθέσεις του ἄλλαξαν τελείως ἔναντι τῶν Ἰουδαίων:
–Λύστε τους, ἐλευθερῶστε τους καὶ στεῖλτε τους πίσω στὰ σπίτια τους (στίχ. 27).
Ἡ ἀναπάντεχη σωτηρία τοῦ ἔθνους τῶν Ἰουδαίων ἦταν γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ γεγονός…
Γιὰ νὰ ἐπαληθευθεῖ πάλι, νὰ ἐπαληθεύεται πάντα ἡ ἀλήθεια ὅτι γιὰ τὸν Θεὸ δὲν ὑπάρχουν ἀδιέξοδα. Μάλιστα ἐκεῖ, στὰ ἀνθρώπινα ἀδιέξοδα, βρίσκεται ὁ χῶρος ἐνεργοποιήσεως τῆς θείας δυνάμεως καὶ Πρόνοιας. «Ὅταν εἰς ἀπορίαν (=ἀδιέξοδο) τὰ πράγματα ἐμπέσῃ, τότε μάλιστα ἔλπιζε», ἀναφωνεῖ καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος (PG 55, 332). Διότι ἔχουμε Θεὸ μεγάλο καὶ «ποιοῦντα μεγάλα καὶ ἀνεξιχνίαστα, ἔνδοξά τε καὶ ἐξαίσια» (Ἰὼβ ε΄ 9) ἀναρίθμητα!

