Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πῶς πρέπει νὰ φερόμαστε ἀπέναντι  στὸν ἑαυτό μας – Α΄ Μέρος

Ο Σωτήρ · Τεύχος 1 Οκτωβρίου 2026

Ὁ ἅγιος Νικόδημος1 διδάσκει ὅτι ὁ Χριστιανὸς χρειάζεται νὰ βλέπει τὸν ἑαυτό του μὲ αὐστηρότητα, ὄχι ἀπὸ ἀπόγνωση, ἀλλὰ γιὰ νὰ πολεμεῖ τὴ φιλαυτία ποὺ γεννᾶ τὰ πάθη. Ὀφείλει νὰ μισεῖ  τὸν ἑαυτό  του μὲ μίσος ἅγιο καὶ σωτηριῶδες, διότι αὐτὸ τὸ μίσος τὸν κάνει νὰ ἐναντιώνεται στὸ «φρόνημα τῆς σαρκὸς» καὶ στὸ θέλημα τοῦ διαβόλου καὶ «ἐξεναντίας» νὰ ὑποτάσσεται στὸ θέλημα του Θεοῦ. Ὅταν κανεὶς χαρίζεται καὶ ἀγαπᾶ «ἀτάκτως» τὸν ἑαυτό του, δυσκολεύεται νὰ ὑπακούσει στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· ὅταν ὅμως τὸν παιδαγωγεῖ μὲ διάκριση, ὁδηγεῖται στὴ σωτηρία.

Γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ θεῖοι Πατέρες λένε ὁμόφωνα ὅτι ἡ φιλαυτία εἶναι ἡ ρίζα καὶ ἡ πηγὴ κάθε κακίας καὶ πάθους. Χωρὶς αὐτὴν ὁ διάβολος δὲν μπορεῖ νὰ βλάψει τὸν ἄνθρωπο οὔτε στὸ ἐλάχιστο!

Ἡ ζωὴ δὲν μᾶς δόθηκε γιὰ ἀμέριμνη ἀπόλαυση, ἀλλὰ γιὰ μετάνοια, ἀγώνα καὶ ἐπιστροφὴ στὸν Θεό. Ἁμαρτήσαμε βαριά, ἀλλὰ ὁ φιλάνθρωπος Κύριος μᾶς ἄφησε αὐτὴ τὴ ζωὴ ὡς καιρὸ μετάνοιας, ὥστε νὰ διορθώσουμε τὴν παλαιὰ παρακοὴ μὲ νέα ὑπακοή. Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ κρίνει δίκαια τὸν ἑαυτό του, νὰ διορθώνει τὰ σφάλματά του κατὰ τὴ βαρύτητά τους καὶ νὰ μὴν ἀναβάλλει τὴν πνευματική του θεραπεία. Ἂν δὲν τὸ κάνει αὐτό, τότε ὁ Θεὸς στὴ Δευτέρα Παρουσία του θὰ κάνει κρίση ἀνάλογη μὲ τὴ σοβαρότητα τοῦ παραπτώματος.

Ὁ Ἅγιος ἐπίσης προτρέπει νὰ ἐξετάζουμε τὸν ἑαυτό μας ὡς πρὸς τὶς ἡδονὲς ποὺ ἀπολαμβάνουμε, τῶν φαγητῶν, τῶν ποτῶν, τῶν ἐνδυμάτων, τῶν χρημάτων καὶ τῆς δόξας: πρῶτον, ἂν εἶναι ἐπικίνδυνες καὶ μποροῦν νὰ μᾶς φέρουν στὴν ἁμαρτία· δεύτερον, ἂν εἶναι ἀναμεμιγμένες μὲ κάτι ἀθέμιτο καὶ ἐμποδισμένο ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ· τρίτον, ἂν γίνονται σὲ συντροφιὰ παράνομων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἢ ἐπαινοῦν τὸ κακὸ ἢ λένε πάντοτε αἰσχρολογίες καὶ ἀστεῖα, μοιάζοντας, ὅπως λέει ὁ προφητάναξ Δαβίδ, μὲ τάφο ἀνοιχτό, ποὺ βγάζει ἀνυπόφορη δυσωδία: «ἡ καρδία αὐτῶν ματαία, τάφος ἀνεῳγμένος ὁ λάρυγξ αὐτῶν» (Ψαλ. ε´ 9).

Ἡ ἀληθινὴ μετάνοια φαίνεται στὸ μίσος τῆς ἁμαρτίας, στὴν ἄσκηση, στὴν ὑπομονὴ καὶ στὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. Δὲν ἀρκεῖ ὁ φόβος τῆς τιμωρίας· χρειάζεται ἐσωτερικὴ μεταστροφή, ποὺ ἀλλάζει τὸ φρόνημα καὶ τὸν τρόπο ζωῆς.

Αὐτὴ ἡ μετάνοια ἐκφράζεται καὶ ἐξωτερικά: μὲ νηστεία, ἐγκράτεια, καρτερικὴ ἀντιμετώπιση τῶν θλίψεων καὶ προσοχὴ στὶς ἡδονὲς τοῦ βίου, ὥστε τίποτε νὰ μὴν παρασύρει τὸν ἄνθρωπο μακριὰ ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Πρέπει, τονίζει ὁ Ἅγιος, νὰ προσέχεις καὶ πῶς ἐξομολογεῖσαι· δηλαδὴ μήπως δὲν ἔχεις ἐκεῖνον τὸν πόνο ποὺ χρειάζεται νὰ ἔχει ὁ ἐξομολογούμενος. Γενικὰ ὁ ἐξομολογούμενος πρέπει νὰ ἔχει ἕναν πόνο «ἄκρον» καὶ δραστικὸ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του καὶ μία γνώμη ἀποφασιστικὴ νὰ μὴν ἁμαρτήσει πλέον. Αὐτὰ τὰ δύο εἶναι συστατικὰ στοιχεῖα τῆς μετάνοιας, τὰ ὁποῖα ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεό2, ὁ Ὁποῖος μᾶς τὰ δίνει, ἐπειδὴ εἶναι δικά του χαρίσματα.

Τέλος, ὁ Χριστιανὸς χρειάζεται νὰ μεταχειρίζεται σωστὰ τὸν χρόνο του: ὁ μὲν καιρὸς τῆς παρούσας ζωῆς, δηλαδὴ τὸ «τώρα», εἶναι καὶ ὀνομάζεται καιρὸς ἐργασίας, καιρὸς ἀγώνα καὶ πολέμου, ἐνῶ «ὁ τῆς μελλούσης ζωῆς» εἶ­ναι καιρὸς ἀνταποδόσεως, καιρὸς ἀπολαύσεως καὶ καιρὸς εἰρήνης. Ὁ Χριστιανὸς λοιπὸν πρέπει νὰ ἀποφεύγει καὶ τὴν ἀργία, ἡ ὁποία μόνη της εἶναι πηγὴ πολλῶν κακῶν, ὅπως τὸ γράφει ὁ σοφὸς Σειράχ: «πολλὴν κακίαν ἐδίδαξεν ἡ ἀργία» (Σ. Σειρ. λγ´ [33] 32). Ἐπιπλέον νὰ ἀποφεύγει τὴ μάταιη πολυμέριμνα, ἡ ὁποία δὲν ἀφήνει τὸν ἄνθρωπο νὰ σκεφθεῖ τὰ τῆς σωτηρίας του καὶ νὰ πράττει ὅσα συντελοῦν στὴ σωτηρία του. Ἔτσι μαθαίνει νὰ φέρεται ὀρθὰ πρῶτα στὸν ἑαυτό του, κατ᾿ ἐπέκταση δὲ στὸν πλησίον καὶ στὸν Θεό.


1. Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Γυμνάσματα Πνευματικά, Ἐξέτασις δ´: Μὲ ποῖον τρόπον πρέπει νὰ φέρεται τινὰς εἰς τὸν ἑαυτόν του, Ἐκ τοῦ τυπογραφείου τῆς «Ἁγιορειτικῆς Βιβλιοθήκης», ἐκδ. Σωτ. Ν. Σχοινᾶ, ἐν Βόλῳ 19615, σελ. 322β-325β.

2. Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ὅ.π., Ἐξέτασις γ´: Περὶ Ἐξομολογήσεως, ἑνότ. Ε´, σελ. 320β-321α.