Ὁἅγιος ἐθνοϊερομάρτυρας Ἀνανίας (Λαμπάρδης), ἀρχιεπίσκοπος Λακεδαιμονίας, ἀνήκει στὴ χρυσὴ χορεία τῶν ἔνδοξων ἀρχιερέων, οἱ ὁποῖοι ὡς γνήσιοι ποιμένες ἀκολούθησαν τὰ ἴχνη τοῦ μεγάλου ἀρχιποίμενος Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ θυσιάσθηκαν γιὰ τὸ ποίμνιό τους κατὰ τὴ ζοφερὴ περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας. Μὲ τὸ αἷμα τῆς θυσίας τους ὄχι μόνο δόξασαν καὶ λάμπρυναν τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ πότισαν τὸ δένδρο τῆς ἐλευθερίας τῆς Πατρίδας μας.
Ὁ ἅγιος Ἀνανίας γεννήθηκε τὸ 1710 στὴ Δημητσάνα τῆς Γορτυνίας ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, ἀξιοσέβαστους, εὔπορους καὶ ἐπιφανεῖς, οἱ ὁποῖοι μάλιστα ὑπῆρξαν εὐεργέτες τῆς ἱστορικῆς αὐτῆς πόλεως. Τὸ βαπτιστικό του ὄνομα ἦταν Ἀναστάσιος καὶ τὸ πατρώνυμό του Θεοφίλης. Σπούδασε τὰ ἱερὰ γράμματα καὶ τὴ «θύραθεν», κοσμικὴ σοφία στὴν περίφημη Σχολὴ τῆς Μονῆς Φιλοσόφου, ὅπου ἔλαβε σπάνια μόρφωση. Ὅταν τελείωσε τὶς σπουδές του, ἀποφάσισε νὰ ἀφιερωθεῖ στὸν Χριστὸ καὶ νὰ προσφέρει ὅλες τὶς δυνάμεις του στὴ διακονία τῆς Ἐκκλησίας. Ἀφοῦ ἀρχικὰ ἐκάρη μοναχός, στὴ συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος καὶ ἱερέας. Τὸ δὲ 1741 κλήθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸ ὑψηλὸ ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα, ὡς Ἐπίσκοπος Καρυουπόλεως τῆς Λακωνίας, ἐνῶ τὸ 1747 ἔγινε ἀρχιεπίσκοπος τῆς Δημητσάνας. Τὸν Φεβρουάριο τέλος τοῦ ἔτους 1750, ἐπὶ πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως τοῦ Κυρίλλου Ε΄ τοῦ Καρακάλλου, ἀνέλαβε τὴ θέση τοῦ Μητροπολίτη Λακεδαιμονίας, τὴν ὁποία ποίμανε μέχρι τὴν ἡμέρα τοῦ μαρτυρίου του μὲ ἀπαράμιλλη αὐταπάρνηση.
Ἡ ἱστορία τὸν κατατάσσει στὶς χαρισματικὲς ἡγετικὲς μορφὲς τῆς Τουρκοκρατίας, διότι μὲ τὴν ὑψηλὴ παιδεία του καὶ προπαντὸς μὲ τὴν ἐνάρετη θεοφιλὴ πολιτεία καὶ τὴν ἁγνὴ φιλοπατρία του κατόρθωσε νὰ ἀποκτήσει τεράστιο κύρος ἀνάμεσα στοὺς ὑπόδουλους Ἕλληνες, ἀλλὰ καὶ στοὺς Τούρκους κατακτητές. Ὁ ἴδιος ὁ Σουλτάνος τόσο πολὺ τὸν ἐκτιμοῦσε, ὥστε τοῦ χάρισε τὸν τίτλο – ἀξίωμα τοῦ «Μοραγιάνη», δηλαδὴ τοῦ πρώτου μεταξὺ τῶν ἐπίσημων Ἑλλήνων καὶ προέδρου τῶν προεστώτων τοῦ Μοριᾶ. Αὐτὸ βέβαια ἐνίσχυε τὸ κύρος του καὶ μεγάλωνε τὴν πνευματικὴ ἀκτινοβολία του στὴν Πατρίδα καὶ στὴν Ἐκκλησία. Ὡστόσο ὁ εὐλογημένος αὐτὸς ἱεράρχης ἀγωνιζόταν πρωτίστως νὰ διατηρεῖ τὴν ψυχή του σὲ ζηλευτὴ καθαρότητα, ὑποδειγματικὴ ταπείνωση καὶ φιλάνθρωπη ἀγάπη, χωρὶς νὰ κενοδοξεῖ μὲ τὸν πλοῦτο τῶν χαρισμάτων του καὶ τὴ γενικώτερη ἀποδοχή. Εἶχε δὲ ἀκλόνητη πίστη καὶ ἐνέπνεε στοὺς πιστοὺς τὸν δρόμο τῆς ἁγιότητας μὲ τὸ ὁσιακό του παράδειγμα καὶ τοὺς φωτισμένους λόγους του.
Ὡς ἀρχιερέας τῆς Λακεδαιμονίας ὁ Ἀνανίας ὑπῆρξε εὐεργετικὸς καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Μητροπόλεώς του. Γι’ αὐτὸ τὸν ἐκτιμοῦσε καὶ τὸν ἀγαποῦσε ὅλη ἡ Πελοπόννησος. Στὴ Δημητσάνα φρόντισε καὶ ἔκτισε ὑδραγωγεῖο γιὰ τὶς ἀνάγκες τῶν κατοίκων. Ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς ἄπορους μαθητές, ποὺ κατέφθαναν στὴν πόλη αὐτὴ ἀπὸ ὅλη τὴν Πελοπόννησο γιὰ νὰ φοιτήσουν στὴν ὀνομαστὴ Σχολὴ τῆς Μονῆς Φιλοσόφου, ἀλλὰ δὲν εἶχαν τόπο διαμονῆς, ὁ Ἀνανίας ἀνοικοδόμησε μεγάλο οἴκημα γιὰ νὰ στεγασθοῦν.
Τὸ 1762 ὁ Ἅγιος ἔφθασε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου πέτυχε τὴν παραμονὴ τοῦ ὑπάρχοντος μετριοπαθοῦς Τούρκου διοικητῆ τῆς Πελοποννήσου, χάριν τῶν σκλαβωμένων Ἑλλήνων, γιὰ νὰ ὑπερασπισθεῖ τὰ δικαιώματά τους.
Ἐξάλλου μὲ δική του πρωτοβουλία συνέλαβε σχέδιο ἐθνικῆς έξεγέρσεως. Ἔτσι ἵδρυσε τοὺς πρώτους μπαρουτόμυλους στὴ Δημητσάνα, σὲ συνεννόηση δὲ μὲ τοὺς τοπικοὺς παράγοντες τῆς Πελοποννήσου καὶ τῶν νήσων Ὕδρας, Σπετσῶν καὶ Ψαρῶν, δημιούργησε τοὺς πρώτους ἐπαναστατικοὺς πυρῆνες (Μπενάκης, Ζαΐμης, Λόντος, Κρεβατᾶς, Ποῦλος, Σισίνης κ.ἄ.).
Ὅλες αὐτὲς οἱ ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου δὲν ἄργησαν νὰ φανερωθοῦν στοὺς Τούρκους, οἱ ὁποῖοι, ὅσο καὶ ἂν τὸν ἐκτιμοῦσαν ὡς ἄνθρωπο ἀκέραιο καὶ ἀδιάβλητο, τὸν φθόνησαν καὶ ἐξύφαναν ἐγκληματικὸ σχέδιο ἐξοντώσεώς του.
Ὅμως τὸ 1764 διοικητὴς τῆς Πελοποννήσου τοποθετήθηκε ὁ σκληρὸς Χαμζὰ πασᾶς, ὁπότε οἱ φανατικοὶ Τοῦρκοι βρῆκαν εὐκαιρία νὰ ἐνοχοποιήσουν τὸν ἀρχιεπίσκοπο Ἀνανία καὶ κατάφεραν νὰ ἐκδοθεῖ μυστικὰ φιρμάνι ποὺ τὸν καταδίκαζε σὲ θάνατο.
Ἔτσι κάποια ἡμέρα Μουσουλμάνοι ἱππεῖς περικύκλωσαν τὸ ἐπισκοπεῖο του στὸν Μυστρὰ γιὰ νὰ τὸν συλλάβουν. Ἐναντίον τῶν Τούρκων ἀμύνθηκαν 30 Μανιάτες καὶ Δημητσανίτες. Ὅσοι ἐπέζησαν, κατάφεραν νὰ διαφύγουν. Ὁ θαρραλέος ὅμως Ἐπίσκοπος παρέμεινε ὁμολογώντας: «Ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων»! Αὐτὸ ἄλλωστε ἦταν τὸ σύνθημα ὅλης τῆς ἀρχιερατικῆς ζωῆς του.
Στὶς 14 Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 1764, ξημερώνοντας ἡ ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Λεωνίδη, ἐπισκόπου Ἀθηνῶν, ὁ γενναῖος ἱεράρχης Ἀνανίας τέλεσε ὁλονύκτια θεία Λειτουργία· καὶ ἀφοῦ κοινώνησε μὲ κατάνυξη, ἐξῆλθε ἀπὸ τὸν ναό, διότι δὲν ἤθελε νὰ εἰσέλθουν μέσα οἱ δήμιοι καὶ νὰ βεβηλωθεῖ ὁ χῶρος τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ. Αὐτόκλητος καὶ γαλήνιος παρουσιάσθηκε μπροστὰ στοὺς δημίους του. Γονάτισε, προσευχήθηκε καὶ παραδόθηκε στὰ ἄγρια ἔνστικτά τους. Ἐκεῖνοι ἄρχισαν νὰ τὸν χτυποῦν ἀλύπητα, σπαθίζοντας μὲ τὰ γιαταγάνια τους τὸ σῶμα του, ποὺ ἔγινε μιὰ ἀνοιχτὴ πληγή. Στὴ συνέχεια τὸν ἀποκεφάλισαν μπροστὰ στὴν πόρτα τῆς μάνδρας τοῦ περιβόλου τοῦ ναοῦ. Τὸ αἷμα του πορφύρωσε τὴν παραστάδα τῆς μικρῆς πόρτας. (Μέχρι τὸ 1833 ὑπῆρχαν ἐκεῖ ἀκόμη τὰ αἱματοβαμμένα ἴχνη του ὡς ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα τῆς θυσίας του). Τόσο ἦταν ὅμως τὸ μίσος τῶν ἐχθρῶν του, ποὺ οὔτε καὶ νεκρὸ δὲν σεβάσθηκαν τὸ μαρτυρικὸ σῶμα τοῦ ἄξιου Ἱεράρχη, παρὰ τὸ βεβήλωσαν σέρνοντάς το στοὺς δρόμους τοῦ Μυστρᾶ. Στὴ συνέχεια τὸ ἄφησαν ἐκτεθειμένο στὴν πλατεία, ἀκέφαλο, ἐπὶ τρία ἡμερόνυχτα, ὥσπου εὐλαβεῖς Χριστιανοὶ τὸ περισυνέλεξαν καὶ τὸ κήδεψαν μὲ δάκρυα καὶ τιμές.
Τὸ 1997 στὸν περίβολο τοῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τῆς Εὐαγγελίστριας Σπάρτης στήθηκε ἡ μαρμάρινη προτομὴ τοῦ ἐθνοϊερομάρτυρα Ἀνανία, μὲ πρωτοβουλία τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Μονεμβασίας καὶ Σπάρτης κ. Εὐσταθίου. Τὸ δὲ 2022 (14 Ἰουνίου) τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο δίκαια κατέταξε τὸν ἀρχιεπίσκοπο Λακεδαιμονίας Ἀνανία μεταξὺ τῶν ἁγίων ἐθνοϊερομαρτύρων τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἄς μᾶς συνοδεύει πάντοτε ἡ εὐχή του καὶ ἂς γίνεται γιὰ ἐμᾶς πάντοτε πρότυπο ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ καὶ θυσίας γιὰ τὴν Πατρίδα.

