Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Αληθινή ιστορία (Σ)

Λύκοι στὸ χωριό!

Ο Σωτήρ · Τεύχος 15 Απριλίου 2026

Ἐκεῖ ποὺ φώλιασε κι αὐτὸ τὸ ἔρμο, στὴν ἄκρη τοῦ πουθενά, στὴν καρδιὰ τῆς Πίνδου, ἀνάμεσα στὰ γιγαντιαῖα βουνά, κλεισμένο ἀπὸ ποτάμια ἄγρια καὶ ἀπότομους χειμάρρους, πῶς νὰ μὴν ἔχει λύκους συντροφιά. Καὶ λύκοι τὸ ζώνουν καὶ ἀρκοῦδες τὸ τριγυρίζουν.

Μάλιστα ἐκεῖ ψηλὰ στὴ Μπότσια, ποὺ ἔβοσκε τότε τὰ ζωντανά του ὁ τσέλιγκας Γκισάκης ἀπὸ τὸ Μεσολούρι τῶν Γρεβενῶν, κι ἔπρεπε νὰ εἶναι μέρα – νύχτα σὲ ἐπιφυλακή. Εἶχε καὶ φρουροὺς φοβερούς. Ἐκεῖνα τὰ θηριώδη σκυλιά του, ποὺ μόλις μυρίζονταν λύκους, ὁρμοῦσαν καταπάνω τους μανιασμένα. Ἀγώνας θανάσιμος. Στὸν λαιμό τους εἶχε περασμένο ἀγκαθωτὸ σιδερένιο κολάρο, καὶ πάλευαν οἱ πιστοὶ φύλακες ἀτρόμητοι. Ἦταν αὐτὰ τὰ σκυλιὰ καὶ φόβος γιὰ ἐμᾶς τὰ παιδιά. Ποῦ ν᾿ ἀνεβοῦμε πάνω; Ἂν μᾶς ἔπαιρναν εἴδηση καὶ δὲν ἦταν ὁ Γκισάκης κοντά, ἀλίμονο! Ἀρχηγὸς αὐτῶν τῶν πιστῶν στρατιωτῶν τοῦ Γκισάκη ἦταν ἕνας γιγαντόσωμος σκύλος (ὁ Μοῦργος, κάπως ἔτσι ἦταν τὸ ὄνομά του), φόβος καὶ τρόμος τῶν λύκων. Δὲν ὑπολόγιζε κίνδυνο· ὁρμοῦσε σὰν θύελλα καταπάνω τους. Τὸν ἔτρεμαν οἱ λύκοι τὸν Μοῦργο.

Ὅμως αὐτὴ τὴ φορὰ οἱ λύκοι εἶχαν μπεῖ μέσα στὸ χωριό. Ἀκοῦς; ἀκριβῶς στὴν κεντρικὴ πλατεία. Ἀλλὰ τί λύκοι ἦταν αὐτοί! Δὲν εἶχαν δόντια ἄγρια, οὔτε οὔρλιαζαν μανιασμένοι. Γλυκά, πολὺ γλυκὰ μιλοῦσαν, μὲ χαμόγελα καὶ μὲ εὐγένεια. Θά ᾿ταν περίπου 10 τὸ πρωὶ ὅταν ἔφθασαν.

Καλὰ καταλάβατε. Ἦταν λύκοι πνευματικοί. Τάχα μάρτυρες – ψευδομάρτυρες – τοῦ Ἰεχωβᾶ, ὅπως νομίζουν τὸν ἑαυτό τους οἱ ὕπουλοι ἐχθροὶ τῆς πίστεως. Χιλιαστές! Εἶχαν τὸ αὐτοκίνητό τους – ἕνα βάν – γεμάτο μὲ δηλητήρια, τὰ ἀντίχριστα βιβλία τους, κι ἄρχισαν νὰ καλοῦν τὸν κόσμο ἀπὸ τὰ μεγάφωνα τοῦ αὐτοκινήτου. Ἕτοιμοι ν᾿ ἀρχίσουν, ὅπως συν­η­­­θίζουν, νὰ περνοῦν τὰ σπίτια ἕνα-ἕνα.

Ἀλλὰ τὸ ποίμνιο τοῦ χωριοῦ δὲν ἦταν ἀφύλαχτο. Εἶχε ποιμένα ἄγρυπνο. Ἦταν καὶ δάσκαλος ὁ παπάς τους. Τὰ παιδιὰ τὸν λάτρευαν. Εἶχε καὶ σκυλιὰ ὁ ποιμένας τους. Βέβαια οἱ ἄνδρες, ὑλοτόμοι σχεδὸν ὅλοι, ἔλειπαν στὰ δάση, ἀλλὰ οἱ γυναῖκες μαντρόσκυλα! Τρέχουν οἱ πρῶτες στὸ Σχολειό.

–Πάτερ, πάτερ! Ἔχουν ἔρθει οἱ ἀντίχριστοι στὴν πλατεία.

Ταράχθηκε ὁ παπα-Νικόλας. Ἦταν ὥρα γιὰ τὸ μεγάλο διάλειμμα. Δὲν ἄφησε νὰ χτυπήσουν τὸ κουδούνι. Μάζεψε μὲ τοὺς καλοὺς συναδέλφους τὰ παιδιὰ καὶ ὀργάνωσε τὴν ἄμυνα.

–Τὸ καὶ τό, παιδιά!  Θὰ πᾶτε σὲ ὅλα τὰ σπίτια. Μὴν ἀνοίξει κανένα τὴν πόρτα του στοὺς λύκους. Ἐσεῖς τῆς πέμπτης καὶ τῆς ἕκτης θὰ πιάσετε ἀπὸ τὸν Ἁϊ-Λιὰ καὶ τὸ πάνω μέρος τοῦ χωριοῦ. Ἡ τετάρτη θὰ πάρετε τὸ μεσοχώρι μέχρι κάτω στὸν Ἁϊ-Γιώργη. Κι ἐσεῖς τῆς τρίτης θὰ τρέξετε δίπλα μας στὸν μικρὸ μαχαλά. Φτερὰ στὰ πόδια σας!

Σὰν βέλη τινάχθηκαν. Σπίτι-σπίτι καὶ πόρτα-πόρτα…

–Εἶπε ὁ πάτερ…

Τά ᾿χασαν οἱ Γιεχωβάδες. Κλειστὲς οἱ πόρτες.

–Φύγετε, φύγετε! τοὺς φώναζαν οἱ νοικοκυρές.

Στὸ μεταξύ, ἄλλο τοῦτο πάλι, θόρυβος μεγάλος καὶ φωνὲς πολλὲς ἀπειλητικὲς ἀκούσθηκαν ἀπὸ τὸ μεσοχώρι. Ἀπόρησαν οἱ δολεροὶ ἐχθροὶ τῆς πίστεως. Τί συνέβαινε; Ἀλλὰ κάθε λεπτὸ οἱ φωνὲς δυνάμωναν. Τί εἶναι; Τί εἶναι;

Ἡ ἀπορία τους δὲν ἐπρόκειτο νὰ κρατήσει πολύ. Ἤδη ὁ θόρυβος εἶχε φθάσει κοντά. Πάνοπλο στράτευμα ἐμφανίσθηκε κάτω ἀπὸ τὴν πλατεία. Τριάντα – σαράντα γυναῖκες ἀπὸ τὸ μεσοχώρι, ὁπλισμένες μὲ φτυάρια καὶ τσάπες κατευθύνονταν πρὸς τὴν πλατεία. Ἐπικεφαλῆς τοῦ «στρατοῦ» ἡ κυρα-Μαρία. Ἦταν στὸν κῆπο, ὅταν τὴν εἰδοποίησαν τὰ παιδιά. Κι ἔτσι ὅπως ἦταν, ἔβαλε τὴν τσάπα στὸν ὦμο, φώναξε τὴ συνυφάδα της Γιαννούλα καὶ ξεκίνησαν γιὰ τὴν πλατεία. Μία μὲ τὴν ἄλλη εἰδοποιήθηκαν οἱ γειτόνισσες καὶ τὶς ἀκολούθησαν. Ὁπλισμένες κι αὐτὲς μὲ τσάπες καὶ φτυάρια ξεκίνησαν νὰ διώξουν τοὺς «λύκους».

Μόλις τὰ ὄργανα τοῦ διαβόλου εἶδαν τὸ παράξενο φουσάτο, τρόμαξαν. Κατάλαβαν ὅτι ἡ εἰσβολή τους εἶχε συντριβεῖ πρὶν καλά-καλὰ ὀργανωθεῖ. Εἰδοποίησαν ἀπ᾿ τὰ μεγάφωνα τοὺς δικούς τους νὰ γυρίσουν πίσω καὶ μάζεψαν τὰ ἀντίχριστα βιβλία καὶ φυλλάδιά τους. Μόλις ὁ στρατὸς τῶν γυναικῶν φάνηκε στὴν ἄκρη τῆς πλατείας, ἔφθασαν τρέχοντας καὶ οἱ τελευταῖοι δικοί τους, μπῆκαν τρέμοντας στὸ αὐτοκίνητό τους καὶ ἐξαφανίσθηκαν.

Τόση ἦταν ἡ ἀπογοήτευση ἀλλὰ καὶ ὁ φόβος ποὺ πῆραν στὸ χωριό, ποὺ ὄχι μόνο δὲν ξανατόλμησαν νὰ τὸ ἐπισκεφθοῦν, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἔπειτα ἀπὸ μῆνες κάποιοι ἀπ᾿ αὐτοὺς ἄκουσαν ἀπὸ ἕνα στὰ Γιάννενα ὅτι κατάγεται ἀπὸ αὐτὸ τὸ χωριό, φώναξαν: Ἆ! πά, πά! Τί ἄγριο χωριὸ εἶναι αὐτό!

Ἄγριο γιὰ τοὺς «λύκους», ποὺ ὁρμοῦν νὰ παραπλανήσουν τοὺς Χριστιανούς, βέβαια… ἄγριο, σὰν τὰ σκυλιὰ τοῦ Γκισάκη!

Οἱ γυναῖκες, φύλακες ὅπως πάντα τῆς πίστεώς μας, εἶχαν τσακίσει τὴν ἀγέλη τῶν λύκων. Μακάριες, ἀξιοζήλευτες, εὐλογημένες!