Ἰωνᾶς: Θά ἔρθει κάποια μέρα πού οἱ ἄνθρωποι θά ψάχνουν ἐδῶ κι ἐκεῖ γιά μιά ἱστορία πού νά τούς ζεσταίνει τήν καρδιά. Τότε, νά τούς λέτε τήν ἱστορία μου.
Πράξη 1η (Στό κατάστρωμα γιά Θαρσίς)
Δέν ἤθελα νά πάω στή Νινευή. Μοῦ φαινόταν ἄδικο – ἐκτός ἀπό παράξενο. Παράξενο. Ποιός Νινευΐτης θά μέ ἄκουγε, ἐμένα, τόν φτωχό τόν Ἰωνᾶ μέ τά σκονισμένα ἀπό τήν πεζοπορία σανδάλια, πού θά ἐνοχλοῦσαν τόσο πολύ τά γυαλιστερά πεζοδρόμια τῶν μεγαλόπρεπων δρόμων τῆς πολιτείας τους; Πού χρειάζονταν τρεῖς μέρες γιά νά τή διασχίσω ἀπ᾿ ἄκρη σ᾿ ἄκρη. Ἄδικο ἐπίσης, ἄδικο! Γιατί νά μετανιώσουν καί νά σωθοῦν; Τιμωρία τούς ἀξίζει, ἔτσι πού εἶναι βουτηγμένοι στήν ἁμαρτία. Ἄδικο. Ἴδια σωτηρία θά ᾿χουμε ἐμεῖς οἱ Ἰσραηλίτες, πού αἰῶνες τώρα φυλᾶμε τό νόμο τοῦ Θεοῦ, μέ αὐτούς, τούς εἰδωλολάτρες;
Διάλεξα τήν ἄλλη ἄκρη τοῦ κόσμου γιά νά κρυφτῶ. Ἔκρυψα τό πρόσωπό μου στά χέρια μου καί ἀποκοιμήθηκα μέσα στό πλοῖο καί εἶπα πώς ἔτσι κρύφτηκα κι ἀπό τοῦ Θεοῦ τό πρόσωπο.
Πράξη 2η (Στήν κοιλιά τοῦ κήτους)
Ἀλλά ὁ δρόμος γιά Θαρσίς ἦταν ἀρκετά μακρύς καί ἐγώ μᾶλλον δέν εἶχα κρυφτεῖ ἀρκετά καλά. Ἤμουν σίγουρος πώς ὁ κλῆρος θά ἔπεφτε σ᾿ ἐμένα. Παρακολούθησα μέ ἀπάθεια τήν κλήρωση. Ὁ σάλος τῶν κυμάτων ἔξω ἦταν μικρός μπροστά στόν σάλο μές στά δικά μου βάθη. Εἶχα παρακούσει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Πίστεψα πώς θά Τοῦ κρυφτῶ. Διπλά κοιμήθηκα καί ξύπνησα διπλά πάνω στό πλοῖο γιά Θαρσίς. Δέν εἶχε νόημα ἡ κλήρωση. Τό ἤξερα ἀπό πρίν. Ἡ φουρτούνα ὁλόκληρη, ὁ σάλος, ἦταν ὅλος γιά μένα. Κάθε γιγάντιο κύμα καί κάθε ριπή τοῦ ἀνέμου. Γιά τόν Ἰωνᾶ. Τόν προφήτη πού κρύφτηκε ἀπό τόν Θεό του.
Ὕστερα ἡ θάλασσα, μετά τό κῆτος, τώρα τό σκοτάδι. Αὐτό τό σκοτάδι πού μέ κυκλώνει τώρα. Τρεῖς μέρες καί τρεῖς νύχτες. Ἔμεινε κάποιος κάποτε στόν Ἅδη, στό στόμα τοῦ θανάτου μέσα, τρεῖς μέρες καί τρεῖς νύχτες ζωντανός; Ὅσο κι ἄν ἀνοίγω τά μάτια, τό ἴδιο σκοτάδι, οὔτε ἀκτίνα φῶς. Ὥς τήν ψυχή μου μέσα μούσκεψα (Ἰων. β΄ 6), ἡ ἄβυσσος μέ κύκλωσε καί ἔπεσα στῆς θάλασσας τόν πιό βαθύ βυθό. Τό ξέρω πώς δέν θέλεις οὔτε νά μέ βλέπεις (Ἰων. β΄ 5) καί Σοῦ φωνάζω μ᾿ ὅλη τήν καρδιά μου καί Σοῦ ζητῶ ἁπλώνοντας τά χέρια πρός τά ᾿κεῖ ὅπου φαντάζομαι πώς εἶναι οὐρανός. Μήν ξεχάσεις καί ἐμένα, ἐδῶ στά τρίσβαθα τοῦ Ἅδη. Βγάλε με ἀπ᾿ τά βάθη τῆς φθορᾶς καί σῶσε με (Ἰων. β΄ 7).
Πράξη 3η (Μπροστά στήν ξεραμένη μου κολοκυθιά)
Καλύτερα νά πέθαινα, παρά νά μ᾿ ἔβρει τέτοια λύπη. Καί εἶπα πώς ἠρέμησα, πώς πέρασαν τά βάσανά μου, πώς πιά θά κάτσω νά χαρῶ τόν παχύ καί δροσερό ἴσκιο τῆς κολοκυθιᾶς, ἐδῶ, στή Νινευή ἀπέναντι, τήν πόλη τή μεγάλη.
Τή Νινευή πού – ἀπίστευτο – μετάνιωσε κι ἐσώθη! Γιατί σάν ἄκουσαν τά λόγια πού τούς ἔλεγα περνώντας ἔξω ἀπό τά πλούσια σπίτια τους καί ἀπό τούς δρόμους τούς φαρδιούς, πώς πέντε μέρες μοναχά ζωῆς τούς ἔμεναν πρίν ὁ Θεός τούς καταστρέψει, ἄλλαξαν τά ἀκριβά τά ροῦχα τους καί ντύθηκαν μέ σάκκους. Καί νήστεψαν καί κλάψαν ὅλοι: ἀπ᾿ τά μωρά παιδιά μέχρι τόν βασιλιά τους. Ὁ θρῆνος τους ὑψώθηκε μέχρι τόν οὐρανό. Κι ἐγώ τριγύριζα ἀπορημένος καί τούς ἔβλεπα. Γιά ἄλλη μιά φορά σ᾿ αὐτή τήν ἱστορία ἔνιωθα πώς εἶχα κάνει κάποιο λάθος. Ἄλλο περίμενα ἀπό τή Νινευή καί ἄλλο βρῆκα.
Μά πάλι ψεύτη θά μ᾿ ἔβγαζε ὁ Θεός; Ἤ θά δειχνότανε μακρόθυμος μπροστά στῆς Νινευῆ τή σήψη; Θά ἄκουγε τούς θρήνους τους καί θά τούς συγχωροῦσε; Πάντως ὁ βασιλιάς τους εἶπε ὅτι, κάποτε, ἄν ὁ ἄνθρωπος ἀλλάξει, ἄν ζητήσει ἔλεος καί κλάψει, καί ὁ Θεός ἀκόμα ἀλλάζει γνώμη.
Οἱ πέντε μέρες πέρασαν… Ἔξω ἀπ᾿ τήν πόλη τή μεγάλη ἐγώ, ἔκατσα καί περίμενα νά δῶ τί θά συμβεῖ στό τέλος. Καί μ᾿ ἔκαιγε ὁ ἥλιος καί ἡ δίψα μέ βασάνιζε, ὥσπου ἀπ᾿ τή γῆ ξεφύτρωσε ἐτούτη ἡ κολοκυθιά. Μεγάλωσε ἀπότομα καί μ᾿ ἔκρυψε ἡ σκιά της ἀπ᾿ τόν ἥλιο. Δροσίστηκα κι ἀνάσανα, εἶπα πώς κι ἐμένα ὁ Θεός δέν μ᾿ ἔχει ξεχάσει. Μά σήμερα πού ξύπνησα, τή βρῆκα ξεραμένη… Ἀόρατο σκουλήκι μές στή νύχτα τῆς ἔφαγε τή ρίζα λίγο-λίγο, κι αὐτή μαράζωσε, κιτρίνισε καί πάει… Κι ἔμεινα, ὁ προφήτης Ἰωνᾶς, στή Νινευή ἀπέναντι, νά κλαίω, ν᾿ ἀποζητῶ τόν θάνατο, ν᾿ ἀναρωτιέμαι ἄν στ᾿ ἀλήθεια ὁ Θεός κι ἐμένα μ᾿ ἀγαπάει.
Πράξη 4η (Ἡ πρώτη ἀπό τίς τρεῖς Του ἡμέρες στόν Ἅδη)
Ἡ ἱστορία μου στή Νινευή τελειώνει ἀπότομα. Γιατί μπροστά σ᾿ ἐκείνη τήν ξερή κολοκυθιά μου ἄκουσα τή φωνή τοῦ Θεοῦ, μία φορά ἀκόμα. «Λυπήθηκες ἐσύ γιά μιά κολοκυθιά πού μέσα σέ μιά νύχτα φύτρωσε καί σέ μιά νύχτα μέσα χάθηκε καί τίποτα δέν ἔκανες ἐσύ γιά δαύτη, καί δέν θά σπλαχνιστῶ ἐγώ μιά πολιτεία ὁλάκερη καί ὅλες τίς ψυχές πού κουβαλάει;» Αὐτά ἦταν τά λόγια Του κι ἔτσι ἡ ἱστορία μου τελειώνει.
Τώρα πιά βρίσκομαι ἐδῶ, χρόνια καί χρόνια ἀμέτρητα, στόν Ἅδη. Τό σκοτάδι πού μέ κυκλώνει τό γνωρίζω πιά καλά. Τοῦ Ἅδη ἡ ἀπελπισιά καλά γνωστή μοῦ εἶναι. Μά εἶναι δυό πράγματα πού δέν μοῦ βγαίνουν ἀπ᾿ τό νοῦ μέ τίποτα. Τό πρῶτο, ἐκείνη ἡ ἀκτίνα ἡ ἀπόμακρη, ἡ ἐλάχιστη, ἡ ἀμυδρή, τό πρῶτο φῶς πού ἔφτασε μέσα στά σπλάχνα τοῦ κήτους ἐκείνη τήν τρίτη ἡμέρα. Αὐτό τό φῶς δέν φεύγει ἀπ᾿ τό νοῦ μου ἐδῶ στοῦ Ἅδη τά βάθη. Μαζί δέν φεύγει καί ἡ ἐλπίδα πώς θά ᾿ρθει μιά μέρα πού θά τό ξαναδῶ, κι ἐγώ καί οἱ ἄλλοι πού ᾿ναι ἐδῶ…
Καί τό δεύτερο, ἄχ, τό δεύτερο… Τό δεύτερο, ἐκεῖνος ὁ λόγος τοῦ βασιλιᾶ τῆς Νινευῆ, τῆς πόλης τῆς μεγάλης: Μπορεῖ ν᾿ ἀλλάξει γνώμη ὁ Θεός ἀπ᾿ τήν πολλή Του εὐσπλαχνία κάποτε.
Καί τώρα κάθομαι καί τά θυμᾶμαι ὅλα αὐτά, γιατί ἀλήθεια σᾶς τό λέω, δέν μέ γελοῦν τά μάτια μου, παιχνίδι τοῦ μυαλοῦ δέν εἶναι. Μόνο ἐγώ, ὁ Ἰωνᾶς, μπορῶ νά τό γνωρίσω, αὐτό τό πρῶτο φῶς πού βλέπω τώρα νά σκίζει τόν Ἅδη. Τήν πιό ἀπόμακρη ἀκτίνα, πού ὅσο πάει μεγαλώνει καί μεγαλώνει καί φωτίζει τή φυλακή μας, καί θεριεύει. Καί τόν σεισμό καί τή βοή, πού δέν μπορεῖ παρά νά εἶναι οἱ θύρες τοῦ Ἅδη πού μέ κρότο σπάζουν καί πέφτουν κάτω τά καρφιά, κάτω καί οἱ ἁλυσίδες πού δεμένους μᾶς κρατοῦν. Καί ὅσοι βρίσκονται ἐδῶ, ὅλοι Αὐτόν πού ἔρχεται κοιτάζουν. Καί περιμένω ν᾿ ἀκούσω τή φωνή Του, πού ὅπου νά ᾿ναι θά μᾶς πεῖ πώς μᾶς σπλαχνίστηκε καί θά μᾶς βγάλει ἀπό δῶ.
Ὄπως τότε ἐμένα, ἀπ᾿ τό κῆτος…
Ὀρίζοντας

