Δέν ἦταν τυχαῖο ἐκεῖνο τό τηλεφώνημα. Ἦρθε σέ μιά στιγμή πού μέσα μου ὅλα ἦταν θολά, βαριά, ἀτακτοποίητα. Ἡ φωνή τοῦ πνευματικοῦ μου, γαλήνια καί σταθερή, μοῦ εἶπε μέ ἁπλότητα: «Ἔλα νά τά ποῦμε. Σέ περιμένω».
Δέν ἤμουν σίγουρη ἄν ἤμουν ἕτοιμη. Ὅμως, κάτι μέσα μου ἄναψε. Ἴσως ἦταν ἡ ἐλπίδα ὅτι κάπου ὑπάρχει ἕνα χέρι πού θά μέ σηκώσει, μιά καρδιά πού δέν θά μέ κρίνει, μιά ἀγκαλιά πού θά μέ δεχτεῖ ὅπως εἶμαι.
Ἡ πορεία μέχρι τό ἐξομολογητήρι ἦταν σάν ἕνας ἐσωτερικός διάλογος. Οἱ σκέψεις μου πηγαινοέρχονταν ἀνάμεσα στήν ἐνοχή καί τήν ἐλπίδα. Θυμόμουν στιγμές, πρόσωπα, λόγια, ὅλα ὅσα μέ εἶχαν βαρύνει. Κάθε βῆμα, ὅμως, μέ ἔφερνε πιό κοντά ὄχι μόνο στόν πνευματικό μου, ἀλλά στόν Θεό καί στόν ἑαυτό μου, αὐτά τά δυό πού εἶχα ξεχάσει καί ἤθελα νά τά ξαναβρῶ.
Ὅταν ἄνοιξα τήν πόρτα τοῦ ἐξομολογητηρίου, γιά μιά στιγμή ἔνιωσα νά κρατάω τήν ἀνάσα μου. Κι ἐκεῖ, μπροστά μου, στεκόταν ὁ πατέρας –ὄχι ἀπλῶς ἕνας ἱερέας, ἀλλά ἕνας ἄνθρωπος γεμάτος φῶς, ἕτοιμος νά μέ ἀκούσει. Δέν χρειάστηκαν λόγια. Τό βλέμμα του μιλοῦσε: «Εἶσαι παιδί τοῦ Θεοῦ. Καί κάθε παιδί Του ἔχει θέση ἐδῶ».
Κάθισα. Μίλησα. Δάκρυσα. Ξετύλιξα τό βάρος μου, τό σκοτάδι, τά λάθη, τούς φόβους. Δέν ἔνιωσα ντροπή. Δέν ὑπῆρχε κατάκριση. Μονάχα ἀγάπη. Μιά ἀγάπη πού μέ ἀγκάλιασε σιωπηλά καί μέ θεράπευσε χωρίς νά τό καταλάβω. Κάθε του λέξη βάλσαμο. Ἔνιωσα πώς δέν ἤμουν μόνη. Πώς ὁ Θεός, μέσα ἀπό τόν πνευματικό μου, μέ περίμενε ὑπομονετικά, ὄχι γιά νά μέ τιμωρήσει, ἀλλά γιά νά μέ λυτρώσει. Νά μέ βοηθήσει νά ξαναβρῶ τόν δρόμο Του καί τόν ἑαυτό μου.
Βγῆκα ἀπό τό ἐξομολογητήρι ἀναπαυμένη, ἔνιωθα τό χέρι Του νά ἔχει περάσει πάνω μου καί νά ἔχει λύσει τά δεσμά τῆς ψυχῆς μου. Μέσα μου εἶχε ἀνατείλει ἡ Ἀνάσταση, ἤμουν πραγματικά ἐλεύθερη.
Αὐτή ἡ συνάντηση εἶχε κάτι μοναδικό. Δέν μπορῶ νά τό ἐξηγήσω μέ λόγια, γιατί δέν ἀνήκει ἀπλῶς στή μνήμη, ἀνήκει στήν καρδιά. Ἦταν μιά στιγμή ἱερή, μιά στιγμή πού ἄνοιξε ὁ οὐρανός μέσα μου.
Δόξα τῷ Θεῷ!
Ἐλέσα

