Ἡ εἰρήνη τῆς ψυχῆς εἶναι θεῖο δῶρο, πανανθρώπινος πόθος, τὸ γλυκύτερο αἴτημα ποὺ ποθεῖ κάθε ψυχή. «Εἰρήνη φίλη, τὸ γλυκὺ καὶ πρᾶγμα καὶ ὄνομα… Εἰρήνη φίλη, τὸ ἐμὸν μελέτημα καὶ καλλώπισμα»! ψάλλει ὁ μεγαλόπνοος ποιητὴς τοῦ Χριστιανισμοῦ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (Εἰρηνικὸς Β΄, PG 35, 1132).
Ὅμως αὐτὸ τὸ θεῖο δῶρο τῆς εἰρήνης, «τὸ παρὰ πάντων ἐπαινούμενον», ἐλάχιστοι ἄνθρωποι τὸ χαίρονται στὴν ἐποχή μας. Οἱ περισσότεροι πολὺ συχνὰ χάνουν τὴν εἰρήνη τους. Ταράζονται, συγχύζονται κι ἀναρωτιοῦνται: Γιατί χάνω τὴν εἰρήνη μου; Γιὰ πολλὲς αἰτίες χάνουμε τὴν εἰρήνη μας. Θὰ ἀναπτύξουμε στὸ ἄρθρο αὐτὸ τὴν κυριότερη.
Χάνουμε τὴν εἰρήνη μας, διότι ἁμαρτάνουμε. Ἡ ἁμαρτία, μὲ ὁποιαδήποτε μορφὴ κι ἂν ἐπιτελεῖται, διώχνει τὴν εἰρήνη τῆς ψυχῆς. Πόσο ἀπατηλὴ εἶναι ἡ εὐπερίστατη ἁμαρτία! Σοῦ ὑπόσχεται χαρά, εὐτυχία, ἡδονή, εὐχαρίστηση, ἀλλὰ σὲ ποτίζει μὲ τύψεις συνειδήσεως, ἀγωνία, στενοχώρια καὶ θλίψη: «Θλῖψις καὶ στενοχωρία ἐπὶ πᾶσαν ψυχὴν ἀνθρώπου τοῦ κατεργαζομένου τὸ κακόν» (Ρωμ. β΄ 9).
Ἡ ἁμαρτία φέρνει ταραχὴ καὶ σύγχυση στὴν ψυχή. Τὴν ἀναστατώνει καὶ τὴ βασανίζει ἀνελέητα. Ἡ ἁμαρτία «ἀφίστησιν ἡμῶν τὸν Θεὸν καὶ ἐχθρὸν ποιεῖ» (Ἰω. Χρυσόστομος, PG 63, 681)· ἀπομακρύνει ἀπὸ ἐμᾶς τὸν Θεὸ καὶ Τὸν κάνει ἐχθρό μας. Μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ μᾶς παραδίδει στὴν ἐξουσία καὶ τὴν κυριαρχία τοῦ διαβόλου.
Ἕνα πολὺ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα, ποὺ ἀποδεικνύει περίτρανα ὅτι ἡ ἁμαρτία διώχνει τὴν εἰρήνη τῆς ψυχῆς, εἶναι τὸ παράδειγμα τῆς πτώσεως τῶν Πρωτοπλάστων. Πρὶν ἁμαρτήσουν, ἀπολάμβαναν ἀδιατάρακτη εἰρήνη. Μετὰ τὸ ἁμάρτημα γέμισε ἀπὸ φόβο καὶ ταραχὴ ἡ ψυχή τους. Ἤθελαν νὰ κρυβοῦν ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. «Τῆς φωνῆς σου ἤκουσα περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσῳ καὶ ἐφοβήθην, ὅτι γυμνός εἰμι καὶ ἐκρύβην», εἶπε ὁ Ἀδὰμ στὸν Θεό, ὅταν Ἐκεῖνος τὸν ρώτησε: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;» (Γεν. γ΄ 9-10).
Ἀλλὰ καὶ ὁ ἱερὸς Ψαλμωδὸς παρόμοιο μαρτύριο συνειδήσεως αἰσθανόταν μετὰ τὴ διάπραξη τῆς ἁμαρτίας. Ὁμολογεῖ ὅτι ἀπὸ τὶς τύψεις τῆς συνειδήσεως ποὺ τὸν βασάνιζαν, δὲν μποροῦσαν νὰ ἡσυχάσουν οὔτε τὰ ὀστά του: «Οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου ἀπὸ προσώπου τῶν ἁμαρτιῶν μου» (Ψαλ. λζ΄ [37] 4). Ὄχι ὅμως μόνο οἱ Πρωτόπλαστοι καὶ ὁ ἱερὸς Ψαλμωδός, ἀλλὰ καὶ ὁ κάθε ἄνθρωπος ποὺ ἁμαρτάνει, αἰσθάνεται παρόμοια ταραχὴ καὶ ψυχοπλάκωμα. Χαλάει τελείως ἡ ψυχική του διάθεση. Τοῦ λένε οἱ φίλοι του: «Τί ἔπαθες; Ἔλα νὰ κάνουμε ἕναν περίπατο, νὰ σοῦ προσφέρουμε ἕναν καφέ!» Δέχεται τὰ δῶρα τῆς ἀγάπης τους καὶ τοὺς καθησυχάζει ὅτι δὲν ἔχει τίποτε. Ἀλλὰ ἐσωτερικὰ μονολογεῖ: «Ἂν ξέρατε τί πίκρα ὑπάρχει στὴν ψυχή μου, πόσο φαρμακωμένος αἰσθάνομαι!»
Ἂν θέλουμε λοιπὸν νὰ εἰρηνεύουμε ἐσωτερικὰ καὶ νὰ βασιλεύει στὴν ψυχή μας ἀδιατάρακτη εἰρήνη, τὸ πρῶτο ποὺ ὀφείλουμε νὰ κάνουμε, εἶναι νὰ ζοῦμε κατὰ Θεὸν καὶ νὰ μὴν ἁμαρτάνουμε. Ἀλλὰ κι ἂν ἁμαρτήσουμε, σὰν ἄνθρωποι ἀδύναμοι ποὺ εἴμαστε, νὰ μὴν ἀφήνουμε τὴν ἁμαρτία νὰ χρονίζει μέσα μας.Πρέπει νὰ μετανοοῦμε εἰλικρινὰ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, νὰ τὶς ἐξομολογούμαστε στὸν Πνευματικό, νὰ γονατίζουμε κάτω ἀπὸ τὸ πετραχήλι του, νὰ ἀκοῦμε τὴ συγχωρητικὴ εὐχὴ καὶ νὰ λαμβάνουμε τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἂν κάνουμε καθαρὴ Ἐξομολόγηση, θὰ νιώθουμε ἕνα βάρος νὰ φεύγει ἀπὸ τὴν ψυχή μας, βουνὸ ὁλόκληρο νὰ μετακινεῖται ἀπὸ πάνω μας. Καὶ ἀμέσως θὰ ἀνακουφιζόμαστε, θὰ εἰρηνεύει τὸ ἐσωτερικό μας, θὰ ἐπανέρχεται τὸ χαμόγελο στὸ πρόσωπό μας. Ἡ καρδιά μας θὰ ἀναθάλλει, ἡ ψυχή μας θὰ γαληνεύει καὶ θὰ ἀπολαμβάνουμε ἐσωτερικὴ εἰρήνη καὶ ἀνάπαυση.
Ὁ ἱερὸς Ψαλμωδὸς περιγράφει παραστατικότατα καὶ αὐτὴ τὴν ἐμπειρία: «Μακάριοι ὧν ἀφέθησαν αἱ ἀνομίαι καὶ ὧν ἐπεκαλύφθησαν αἱ ἁμαρτίαι» (Ψαλ. λα΄ [31] 1). Τρισευτυχισμένοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς συγχωρήθηκαν οἱ ἀνομίες ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς σκεπάσθηκαν οἱ ἁμαρτίες, ὥστε νὰ μὴ φαίνονται πλέον πουθενά.
Ὁ μεγάλος Ρῶσος λογοτέχνης Ντοστογιέφσκι ἦταν ἄπιστος. Γνώρισε τὸν Χριστὸ μέσα στὴ φυλακή. «Τώρα ποὺ ἐξομολογήθηκα, παράδεισος φύτρωσε στὴν ψυχή μου», ὁμολόγησε αὐθόρμητα.
Τὸ ἴδιο νὰ κάνουμε κι ἐμεῖς κάθε φορὰ ποὺ ἁμαρτάνουμε. Νὰ ἐπιστρέφουμε μετανοημένοι στὴν ἀγάπη τοῦ Πατέρα. Νὰ ἐξομολογούμαστε τὰ κρίματά μας στὸν Πνευματικό. Νὰ λέμε μὲ ἀπόφαση διορθώσεως τὸ «ἥμαρτον». Νὰ εἴμαστε δὲ ἀπολύτως βέβαιοι ὅτι ὁ Οὐράνιος Πατέρας μας θὰ διανοίγει «ἀγκάλας πατρικάς», θὰ συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες μας «κατὰ τὸ μέγα ἔλεός του» καὶ θὰ μᾶς χαρίζει τὸ θεῖο δῶρο τῆς εἰρήνης. Ποιά χαρὰ τότε! Ποιά ψυχικὴ γαλήνη καὶ ἀνάπαυση!

