Κάποτε, σέ ἕνα μεγαλοπρεπές παλάτι, ἕνας βασιλιάς ἑτοίμαζε πανηγυρικό τραπέζι γιά τόν γάμο τοῦ γιοῦ του. Ὅλα ἦταν ἕτοιμα κι ἔλειπαν μόνο οἱ καλεσμένοι.
Τότε ὁ βασιλιάς ἔστειλε τούς δούλους του νά τούς εἰδοποιήσουν. Ὅμως, οἱ καλεσμένοι ἀρνήθηκαν. Ἄλλος εἶπε πώς εἶχε δουλειές στό χωράφι του, ἄλλος πώς ἦταν ἀπασχολημένος μέ τό ἐμπόριο. Μερικοί μάλιστα ἔφτασαν στό σημεῖο νά κακοποιήσουν καί νά σκοτώσουν τούς ἀπεσταλμένους δούλους! Ὅταν ἔμαθε τά νέα ὁ βασιλιάς, ὀργίσθηκε καί τούς τιμώρησε πολύ αὐστηρά.
Κατόπιν ἔδωσε ἐντολή στούς δούλους του νά πᾶνε στά σταυροδρόμια καί νά καλέσουν ὅποιον βροῦν, γιά νά ἀπολαύσει τό τραπέζι. Καί πράγματι, ἡ αἴθουσα σύντομα γέμισε. Ἄνθρωποι κάθε κατηγορίας, πλούσιοι καί φτωχοί, κάθισαν στό τραπέζι.
Ὅταν ὅμως ὁ βασιλιάς ἔκανε μιά βόλτα μέσα στήν αἴθουσα, εἶδε κι ἕναν ἄνδρα χωρίς τήν κατάλληλη ἐνδυμασία γιά τόν γάμο. «Φίλε», τοῦ εἶπε, «πῶς ἦρθες ἔτσι; Τί ἐμφάνιση εἶναι αὐτή; Θά μποροῦσες νά ἀπευθυνθεῖς στήν ὑπηρεσία μου καί νά λάβεις μιά καλύτερη ἐνδυμασία». Ἐκεῖνος δέν μπόρεσε νά ἀπαντήσει καί τότε ὁ βασιλιάς διέταξε νά τόν βγάλουν ἔξω ἀπό τό δεῖπνο καί δεμένο νά τόν ρίξουν στό ἀπέραντο βαθύ σκοτάδι. Καί ὁ Κύριος τελειώνει τήν παραβολή αὐτή λέγοντας ὅτι πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι πού καλοῦνται στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά λίγοι ἐκεῖνοι πού ἀξίζουν πραγματικά καί θά κληρονομήσουν τή Βασιλεία Του.
***
Ὁ Χριστός μας, σέ αὐτή τήν παραβολή τῶν βασιλικῶν γάμων, μᾶς ἐξηγεῖ ποιό πνευματικό ἔνδυμα εἶναι ἀναγκαῖο νά φορᾶ ὁ καθένας μας, γιά νά δώσει τό «παρών» στό δεῖπνο τῆς οὐράνιας καί αἰώνιας Βασιλείας Του.
Ὁ ἄνδρας τῆς παραβολῆς πού μπῆκε χωρίς κατάλληλη ἐνδυμασία, δέν τιμωρήθηκε ἐπειδή ἦταν φτωχός ἤ ἄσημος. Τιμωρήθηκε ἐπειδή ἔδειξε ἀδιαφορία. Ἐνῶ δέχτηκε τήν πρόσκληση, δέν θέλησε νά προετοιμαστεῖ κατάλληλα.
Ἀλλά ποιό εἶναι τό «ἔνδυμα τοῦ γάμου» πού ζητᾶ ἀπό μᾶς ὁ Θεός; Ἀσφαλῶς, καταλαβαίνουμε ὅτι δέν πρόκειται γιά κάποιο ροῦχο. Εἶναι ὁ τρόπος πού ζοῦμε. Εἶναι οἱ ἀρετές πού στολίζουν τήν ψυχή μας. Ἡ ἀγάπη στόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους, ἡ εἰλικρίνεια, ἡ ἁγνότητα, ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ ὑπακοή, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ὀρθή πίστη. Εἶναι ὅλα ἐκεῖνα πού στολίζουν τήν ψυχή μας ἀθόρυβα, μέρα μέ τή μέρα, καί συχνά χωρίς νά γίνονται φανερά. Εἶναι ἡ ἐσωτερική ὀμορφιά τοῦ ψυχικοῦ μας κόσμου, τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μας. Αὐτό εἶναι ἄλλωστε πού μετράει μπροστά στόν Θεό.
Εἴμαστε νέοι. Ἄς ἀρχίσουμε μέ συνέπεια καί μεράκι νά ὑφαίνουμε τό πνευματικό αὐτό ἔνδυμα μέ ἔργα ἱερά. Ἄς εἴμαστε δίκαιοι στίς σχέσεις μας μέ τούς ἀνθρώπους. Ἄς δείξουμε περισσότερη ἀγάπη στόν φίλο μας τήν ὥρα τῆς δυσκολίας του. Ἄς ἀντισταθοῦμε στό ψέμα πού εὔκολα ἔρχεται στά χείλη μας. Ἄς ἐλέγξουμε μέ μεγαλύτερη συνέπεια τίς αἰσθήσεις μας. Ἄς προσφέρουμε λίγο ἀπό τόν χρόνο μας γιά ἔργα ἀγάπης καί προσφορᾶς. Αὐτά τά μικρά καθημερινά «ἐνδύματα» εἶναι πού πλέκουν σιγά σιγά τή στολή τῆς ἀθάνατης ψυχῆς μας.
Ἡ πρόσκληση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνοιχτή πρός ὅλους. Στά χέρια μας εἶναι νά ἀνταποκριθοῦμε στό κάλεσμά Του γιά τή Βασιλεία Του μέ τό κατάλληλο ἔνδυμα.
ΕΝΑΣ ΣΤΙΧΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟΝ ΘΥΜΑΣΑΙ!
Καί λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μή ἔχων ἔνδυμα γάμου;
Καί τοῦ λέει: Φίλε, πῶς μπῆκες ἐδῶ μέσα χωρίς νά ἔχεις ἐνδυμασία γάμου;

