«Ἐγώ εἰμι» (Ἰω. η΄ 28). Δύο λέξεις, ἡ μόνη, ἡ ἀπόλυτη ἀλήθεια. Αὐτοαλήθεια. Αὐτοΰπαρξη. Ὄχι «Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰω. η΄ 12), οὔτε «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή» (Ἰω. ιδ΄ 6), οὔτε «Ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς» μόνο (Ἰω. ι΄ 11), ἀλλὰ ἁπλά: «Ἐγώ εἰμι»!
Ἐπανειλημμένως στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο ἀπευθύνει ὁ Κύριος στοὺς ἀκροατὲς ἢ τοὺς Μαθητές του τὴ φράση αὐτή, μὲ χαρακτηριστικότερη ἐκείνη ποὺ τὴ συνδέει μὲ τὸ Πάθος του: «ὅταν ὑψώσητε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, τότε γνώσεσθε ὅτι ἐγώ εἰμι» (Ἰω. η΄ 28). Ὅταν μὲ θανατώσετε, ὑψώνοντάς με στὸν Σταυρό, τότε θὰ γνωρίσετε ὅτι Ἐγὼ εἶμαι!
Αὐτὸ εἶπε στοὺς Ἰουδαίους καὶ κάτι ἀνάλογο ἀργότερα στοὺς Μαθητές του, μιλώντας γιὰ τὴν προδοσία τοῦ Ἰούδα: «ἀπ᾿ ἄρτι λέγω ὑμῖν πρὸ τοῦ γενέσθαι, ἵνα ὅταν γένηται πιστεύσητε ὅτι ἐγώ εἰμι»· σᾶς τὸ λέω ἀπὸ τώρα, πρὶν γίνει, ὥστε ὅταν πραγματοποιηθεῖ νὰ πιστέψετε ὅτι Ἐγὼ εἶμαι (Ἰω. ιγ΄ 19).
Στὴν πραγματικότητα αὐτὸ τὸ «Ἐγώ εἰμι» ποὺ ἐπαναλάμβανε ὁ Κύριος, δὲν εἶναι παρὰ ἐπιβεβαίωση στὴν Καινὴ Διαθήκη αὐτοῦ τὸ ὁποῖο δόθηκε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη στὸν Μωυσῆ. Ἦταν τότε ποὺ ὁ Μωυσῆς ἔβοσκε τὰ πρόβατα τοῦ πεθεροῦ του Ἰοθόρ, καὶ τοῦ μίλησε ὁ Θεὸς μέσα ἀπὸ τὴ φλεγόμενη καὶ μὴ κατακαιόμενη βάτο.
Ὁ Θεὸς τοῦ παρήγγειλε νὰ βγάλει τὰ ὑποδήματά του καὶ τὸν βεβαίωσε ὅτι εἶναι ὁ Θεὸς τῶν πατέρων του Ἀβραάμ, Ἰσαὰκ καὶ Ἰακώβ. Ἔπειτα τὸν κάλεσε νὰ ἀναλάβει τὴν ἀρχηγία τοῦ σκλαβωμένου στοὺς Αἰγύπτιους λαοῦ καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν περιοχὴ ποὺ εἶχε ὑποσχεθεῖ στοὺς πατέρες τους, τὴ «Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας».
Ὁ Μωυσῆς, ἀφοῦ ἔφερε κάποιες ἀντιρρήσεις, στὸ τέλος δέχθηκε. Εἶπε ὅμως στὸν Θεό: Καλά, ἐγὼ θὰ πάω τώρα στοὺς Ἑβραίους καὶ θὰ τοὺς πῶ ὅτι μὲ στέλνει σὲ σᾶς ὁ Θεὸς τῶν πατέρων μας. Θὰ μὲ ρωτήσουν ὅμως: Ποιό εἶναι τὸ ὄνομά του; Τί θὰ τοὺς ἀπαντήσω;
«Ἐγώ εἰμι ὁ ὤν»!
Αὐτὸ θὰ πεῖς στὸν λαό. Ὁ Ὢν μὲ στέλνει σ’ ἐσᾶς (Ἐξ. γ΄ 14).
«Ἐγώ εἰμι ὁ ὤν»! Στὸ ἑβραϊκὸ πρωτότυπο ἡ φράση αὐτὴ ἔχει καταγραφεῖ μὲ τὶς λέξεις «ἐχγὲ ἀσὲρ ἐχγέ» (ehyeh asr ahyeh), ποὺ σημαίνουν: «εἶμαι Αὐτὸς ποὺ εἶμαι». Καὶ στὸ ἑβραϊκὸ κείμενο καὶ στὴν ἑλληνικὴ μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα (Ο΄) αὐτὸ ποὺ δηλώνεται δὲν εἶναι ἕνα ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἡ βεβαίωση ὅτι ἡ ὕπαρξή του εἶναι ἡ μοναδικὴ ἀλήθεια, τὸ ἀπόλυτο μυστήριο, ἀπροσπέλαστο στὴν ἀνθρώπινη διάνοια. Τὸ ἴδιο μυστήριο ποὺ ἐκφράζει καὶ ἡ βεβαίωση τοῦ Κυρίου «Ἐγώ εἰμι»!
Ὡστόσο, οὔτε ὁ Μωυσῆς τότε οὔτε οἱ Ἑβραῖοι καὶ οἱ Μαθητὲς τοῦ Κυρίου τὸ κατανόησαν. Ἀλλὰ εἶναι παράδοξο ὅτι οἱ Ἑβραῖοι Ἀρχιερεῖς, Γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι, ἐνῶ κατανόησαν, ἀντιλαμβανόμενοι κάπως τὸ νόημα, ὅτι ὁμιλεῖ ὡς Θεός, Τὸν μίσησαν, Τὸν θεώρησαν βλάσφημο, θέλησαν νὰ Τὸν λιθοβολήσουν καὶ στὸ τέλος Τὸν καταδίκασαν σὲ θάνατο. Θὰ Σὲ λιθοβολήσουμε, Τοῦ εἶπαν, διότι, ἐνῶ εἶσαι ἄνθρωπος, κάνεις τὸν Ἑαυτό σου Θεό: «σὺ ἄνθρωπος ὢν ποιεῖς σεαυτὸν Θεόν» (Ἰω. ι΄ 33).
Ὁ Μωυσῆς λίγο ἀργότερα, ὅταν ἀνέβηκε στὴν κορυφὴ τοῦ ὄρους Σινὰ καὶ συνομίλησε μὲ τὸν Θεὸ πρόσωπο πρὸς πρόσωπο, διαπίστωσε σὲ κάποιο βαθμὸ τὸ ἀπρόσιτο μυστήριο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τοῦ φανερώσει τὸν κρυμμένο του Ἑαυτό: «ἐμφάνισόν μοι σεαυτόν» (Ἐξ. λγ΄ [33] 18). Καὶ ἔλαβε τότε τὴ διαβεβαίωση ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον.
Οἱ Μαθητὲς ἀπὸ τὴν ἄλλη, μόνο μετὰ τὴ Σταύρωση, τὴν Ἀνάσταση, τὴν Ἀνάληψη καὶ τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κατὰ τὴν Πεντηκοστὴ κατανόησαν τὴ μυστικὴ δύναμη τοῦ «Ἐγώ εἰμι». Καὶ ἀπὸ τότε παρέδωσαν στὴν Ἐκκλησία τὸ μυστήριο τοῦ «ἐν Τριάδι» Θεοῦ.
Πέρασαν δύο χιλιετίες ἀπὸ τότε. Τὸ μυστήριο παραμένει ἀπρόσιτο. Ὅμως ἡ δύναμη τοῦ «Ἐγώ εἰμι» ἔγινε πλέον ψηλαφητὴ πραγματικότητα στὴν ἱστορία. Ὁ Χριστός, ὁ Ἕνας τῆς Τριάδος, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα εἶναι ὁ Κύριος τῶν πάντων. Εἶναι τὸ θεμέλιο τοῦ σύμπαντος, ἡ αὐτοζωή, ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς πάντων τῶν ὄντων. Οἱ πάντες καὶ τὰ πάντα παρέρχονται. Αὐτὸς μένει!
Στὸ «Ἐγώ εἰμι» φανερώνεται ἡ μόνη ἀλήθεια. Ἡ ὑπερούσια καὶ ὑπέρθεη καὶ ὑπεράγαθη Τριάδα. Ἡ ἄπειρη ἀγάπη ποὺ ξεχείλισε στὰ πλάσματά της. Ὁ Ἕνας καὶ μόνος Θεός. Ἡ ζωή. Τὸ τελικὸ νόημα τῆς δημιουργίας.
Στὸ «Ἐγώ εἰμι» τοῦ Κυρίου στηρίζεται καὶ ἡ ζωὴ τοῦ καθενός μας, ὅλων μας. Καὶ αὐτὸ τὸ στήριγμα οὔτε κάποια δοκιμασία, οὔτε ὁποιαδήποτε ἀντίθεη δύναμη θὰ μπορέσει ποτὲ νὰ τὸ κλονίσει.
Διότι αὐτὸ τὸ στήριγμα εἶναι ὁ Ὤν!
«Ἡ παντελὴς καὶ ἑνιαία τῶν πάντων αἰτία» (Διονυσίου Ἀρεοπαγίτου, Περὶ μυστικῆς Θεολογίας Ε΄, PG 3, 1048). Ἡ παντέλεια καὶ ἑνιαία αἰτία ὅλων τῶν ὄντων!

