Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Διονύσιος Σολωμός: «Οἱ Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι» | Τὸ ποίημα τοῦ Χρέους

Η Δράση μας · Τεύχος Απριλίου 2026

«Καί ἐσυνέβηκε αὐτές τές ἡμέρες ὁπού οἱ Τοῦρκοι ἐπολιορκοῦσαν τό Μισολόγγι, καί συχνά ὀλημερνίς καί κάποτε ὀληνυχτίς ἔτρεμε ἡ Ζάκυθο ἀπό τό κανόνισμα τό πολύ. Καί κάποιες γυναῖκες Μισολογγίτισσες ἐπερπατοῦσαν τριγύρω γυρεύοντας γιά τούς ἄνδρες τους, γιά τά παιδιά τους, γιά τ᾿ ἀδέλφια τους πού ἐπολεμούσανε. […] Καί τές ἔβλεπε ὁ κόσμος νά τρέχουνε τά τρίστρατα, τά σταυροδρόμια, τά σπίτια, τά ἀνώγια καί τά χαμώγια, τές ἐκκλησίες, τά ξωκλήσια γυρεύοντας. Καί ἐλαβαίνανε χρήματα, πανιά γιά τούς λαβωμένους. Καί δέν τούς ἔλεγε κανένας τό ὄχι, γιατί οἱ ρώτησες τῶν γυναικῶν ἤτανε τές περσότερες φορές συντροφευμένες ἀπό τές κανονιές τοῦ Μισολογγιοῦ καί ἡ γῆ ἔτρεμε ἀποκάτου ἀπό τά πόδια μας. Καί οἱ πλέον πάμφτωχοι ἐβγάνανε τό ὀβολάκι τους καί τό δίνανε καί ἐκάνανε τό σταυρό τους κοιτάζοντας κατά τό Μισολόγγι καί κλαίοντας».

Δ. Σολωμοῦ «Ἡ γυναῖκα τῆς Ζάκυθος»


Στά 1825, τό δράμα πού ἔμελλε νά γεμίσει ὅλη τήν ποιητική ζωή τοῦ Διονυσίου Σολωμοῦ εἶχε ἀρχίσει νά γράφεται στήν ἀντικρινή στεριά. Οἱ Τοῦρκοι πολιορκούσανε τό Μεσολόγγι γιά δεύτερη φορά. Ὁ ποιητής, διηγοῦνται, ἔκλαιγε ἀκούγοντας τίς κανονιές καί, ἀνεβασμένος σ᾿ ἕναν λόφο, φώναζε: «Βάστα, καημένο Μεσολόγγι, βάστα!».

Εἶναι ἀξιοθαύμαστο πόσο νωρίς, σύγχρονα μέ τά γεγονότα, διαισθάνθηκε ὁ Σολωμός τήν ἀνώτερη σημασία πού εἶχε γιά ὅλο τόν Ἀγώνα ἡ ἀντίσταση τοῦ Μεσολογγιοῦ, καί πόσο ἀπό τότε τό ὕψωσε μέσα στήν ψυχή του σέ πανανθρώπινο ποιητικό σύμβολο.

«Ἀπ᾿ ὅπου χαράζει ὥς ὅπου βυθᾶ, τά μάτια μου δέν εἶδαν τόπον ἐνδοξότερον ἀπό τοῦτο τό ἁλωνάκι».

Στόν μικρό αὐτό τόπο συγκεντρώνεται ἀπό δῶ κι ἐμπρός γιά τόν Σολωμό ὅλος ὁ ἀγώνας τῆς Ἑλλάδας, ἀλλά καί ὁλόκληρη ἡ ποιητική του ἀποστολή. Οἱ Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι ἤ τό Χρέος* θά τόν ἀπασχολήσουν εἴκοσι καί πλέον χρόνια (ἀπό τό 1827 ὥς τό 1847 τουλάχιστον).

Στούς Στοχασμούς τοῦ Ποιητῆ, πού ὁ Πολυλᾶς προτάσσει τοῦ ποιήματος, ὁ Σολωμός συμβουλεύει τόν ἑαυτό του: «Σκέψου βαθιά καί σταθερά τή φύση τῆς Ἰδέας, πρίν πραγματοποιήσῃς τό ποίημα. Εἰς αὐτό θά ἐνσαρκωθῇ τό οὐσιαστικώτερο καί ὑψηλότερο περιεχόμενο τῆς ἀνθρώπινης φύσης, ἡ Πατρίδα καί ἡ Πίστις».

Στήν ποιητική του σύνθεση ὁ Σολωμός παρουσιάζει τίς πράξεις, τίς σκέψεις καί τά συναισθήματα τῶν πολιορκημένων τίς τελευταῖες μέρες τῆς πολιορκίας τοῦ Μεσολογγίου. Ἔχοντας ὡς φόντο τά ἱστορικά γεγονότα, προτιμᾶ νά παρουσιάσει τό ποίημα ὡς μιά σειρά ἀπό λυρικά καί δραματικά στιγμιότυπα: ἡ πείνα, ἡ ὀμορφιά τῆς φύσης πού γίνεται πειρασμός, οἱ ἀγωνιστές, ἄντρες καί γυναῖκες, ἡ σάλπιγγα τοῦ ἐχθροῦ, ἡ σημαία, ἡ Μητέρα-Πατρίδα, ἡ ὕστατη νύχτα, ἡ Ἔξοδος.

Ἕνας λόγος ὑψηλότατος, ἀλλά ταυτόχρονα καί ἕνας «ἦχος λεπτός… γλυκύτατος… ἀνεκδιήγητος…», πού ἀποτυπώνει μέ ἀξεπέραστο τρόπο τό ἐθνικό μας πρόσωπο, τήν ἐθνική μας ψυχή.

«Μακρινή πρέπει νά εἶναι ἡ φριχτή ἀγωνία μέσα εἰς τή δυστυχία καί εἰς τούς πόνους,

ὅπως ἐκεῖθε φανερωθεῖ ἀπείραχτη καί ἅγια ἡ διανοητική καί ἠθική Παράδεισος».

«Ὅλοι οἱ ἀνθρώπινοι δεσμοί, πατρός-ἀδελφοῦ-γυναικός, ριζωμένοι εἰς τή γῆ, καί μέ αὐτούς ὁ ἐνθουσιασμός τῆς δόξας· τούς ἁρπάζεται ἡ γῆ καί τοιουτοτρόπως ἀναγκάζονται νά ξεσκεπάσουν εἰς τά βάθη της τήν ἁγιοσύνη τῆς ψυχῆς τους. Εἰς τόν πάτο τῆς εἰκόνας πάντα ἡ Ἑλλάδα μέ τό μέλλον της. Ἀπό τήν ἀρχή ὥς τό τέλος περνᾶνε ἀπό πόνον εἰς πόνον ἕως τόν ἄκρον πόνον…»

«Σέ βυθό πέφτει ἀπό βυθό ὥς πού δέν ἦταν ἄλλος, ἐκεῖθ᾿ ἐβγῆκε ἀνίκητος…».

Ὁ μεγαλύτερος πειρασμός πού ἀντιμετωπίζουν οἱ πολιορκημένοι δέν εἶναι οὔτε ἡ πείνα οὔτε οἱ ἀρρώστιες οὔτε ὁ φόβος τοῦ ἐχθροῦ.

«Δέν τούς βαραίνει ὁ πόλεμος, ἀλλ᾿ ἔγινε πνοή τους».

Εἶναι ἡ ὀμορφιά τῆς Φύσης. Ἡ Φύση γιά τόν Σολωμό εἶναι ὁ χῶρος τοῦ κάλλους, τῆς χαρᾶς καί τῆς πληρότητας. «Ἡ παράδεισο τῆς γῆς», ὅπως τήν ὀνομάζει. Μ᾿ αὐτούς τούς ὅρους ἡ ζωή μέσα στή φύση γίνεται «μέγα καλό καί πρῶτο». Τά ἐλάχιστα καί ἀσήμαντα (ἡ πέτρα, τό χορτάρι) μεταμορφώνονται ἀπό τό βίωμα τῶν ἀγωνιστῶν σέ μέγιστα καί ἀνεκτίμητα:

«Μάγεμα ἡ φύσις κι ὄνειρο στήν ὀμορφιά καί χάρη,
Ἡ μαύρη πέτρα ὁλόχρυση καί τό ξερό χορτάρι.
Μέ χίλιες βρῦσες χύνεται, μέ χίλιες γλῶσσες κραίνει·
Ὅποιος πεθάνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει».
Ἡ ἀντίδραση τῶν πολιορκημένων στίς δυνάμεις τῆς φύσης, πού εἶναι ἕτοιμες νά ὑποσκάψουν τήν ἐπαγρύπνηση τῆς ψυχῆς τους, εἶναι μιά στιγμιαία ἀδυναμία

«Τρέμ᾿ ἡ ψυχή καί ξαστοχᾶ γλυκά τόν ἑαυτό της…»
πού τή διαδέχεται ἡ ἀμετάκλητη ἀπόφαση γιά ἀντίσταση ὥς τή θυσία τῆς ζωῆς.
«Ἡ δύναμή σου πέλαγο, κι ἡ θέλησή μου βράχος».

Μιά ἀπόφαση πού παίρνει τόσο μεγαλύτερη ἀξία, ὅσο περισσότερος εἶναι ὁ πόνος γιά τό ἀγαθό τῆς ζωῆς πού χάνεται. Γιά τό ὅραμα ζωῆς τῶν πολιορκημένων, ὁ μόνος ἀντάξιος τρόπος ὕπαρξης εἶναι ἡ ἐλευθερία. Ἡ ἐξαγορά τῆς ζωῆς μέ ὅρο τήν ὑποταγή, τή σκλαβιά, ἀκρωτηριάζει καί καταργεῖ τή ζωή ὡς ἀγαθό. Ἔτσι ἡ θυσία τῶν πολιορκημένων δέν εἶναι ἄρνηση, ἀλλά ἀπόλυτη κατάφαση τῆς ζωῆς.

Εἶναι: «Φῶς πού πατεῖ χαρούμενο τόν Ἅδη καί τό Χάρο».

Μ᾿ αὐτή τήν προοπτική ὁ θάνατος ἀντιπροσωπεύει τόν θρίαμβο τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἐσωτερικῆς, τῆς ἠθικῆς ἐλευθερίας.

«Πάντ᾿ ἀνοιχτά, πάντ᾿ ἄγρυπνα τά μάτια τῆς ψυχῆς μου».

Αὐτό εἶναι ἕνα σύνορο πού τό περνοῦν μόνο οἱ μάρτυρες καί οἱ ἅγιοι. Τό ἱστορικό περιστατικό συνδέεται ἔτσι μέ τό καθολικό καί τό αἰώνιο. Ἤ, ὅπως λέει ὁ Σολωμός: «Τοιουτοτρόπως ἡ ὑπόθεση δένεται μέ τό παγκόσμιο σύστημα […] ἀπό τήν μικρότητα τοῦ τόπου, ὁ ὁποῖος παλεύει μέ μεγάλες ἐνάντιες δύναμες, θέλει ἔβγουν οἱ Μεγάλες Οὐσίες».

Κάποιο ἀπριλιάτικο πρωινό, Κυριακή τῶν Βαΐων, τό Μεσολόγγι, μέ τόν ἑκούσιο θάνατό του, ἐξαγόρασε τήν ἀνάσταση τῆς Ἑλλάδας. Κι ὅπως εἶπε κάποιος φιλέλληνας: «Τό Μεσολόγγι δέν πατήθηκε· ἀναλήφθηκε στούς οὐρανούς».

«Γιά τήν αἰωνιότητα, πού μόλις τό χωράει…».

π.

[*] Ἄλλη ἐπιγραφή, τήν ὁποία ἤθελε κατ᾿ ἀρχάς νά βάλει ὁ ποιητής στό ποίημα.