«Δεῦτε λάβετε φῶς …». Ἐλᾶτε, πιστοί Χριστιανοί, πάρτε φῶς ἀπό τό Φῶς πού δέν δύει ποτέ, ἀπό τόν Ἀναστημένο Χριστό, τό Φῶς τοῦ κόσμου. Κι ἐμεῖς πήραμε ἅγιο φῶς. Ἀνάψαμε τίς λαμπάδες μας, καταυγάστηκε ὁ ναός ἀπό τό φῶς τό ἀληθινό. Ἔγινε ἡ ἀπόλυση τῆς ἀναστάσιμης Θείας Λειτουργίας καί φωτεινό ποτάμι οἱ ἀναμμένες λαμπάδες διακλαδίστηκαν πρός ὅλες τίς κατευθύνσεις τῆς πόλης μας, καθώς βγήκαμε στόν δρόμο, γιά τό σπιτικό του ὁ καθένας.
Αὐτή τή βραδιά τήν ἀναστάσιμη, πόσο ἀλλιώτικα τόν βαδίζουμε αὐτό τόν ἴδιο δρόμο! Χαρούμενοι καί γελαστοί μά καί προσεκτικοί, μήν καί μᾶς σβήσει τό ἅγιο φῶς. Μέ τό ἕνα χέρι νά κρατοῦμε τή λαμπάδα, μέ τό ἄλλο νά προστατεύουμε τή φλόγα της ἤ νά κρατοῦμε τό φαναράκι πού τήν ἀσφαλίζει, μέχρι νά φθάσουμε στό σπίτι καί νά ἀνάψουμε τό καντηλάκι μας.
Κι ὕστερα πάλι προσοχή: μή σωθεῖ τό λαδάκι, μήν καεῖ τό φυτίλι. Κι ὅταν κάποια φορά ἔσβησε τό ἅγιο φῶς, ἐμεῖς τά παιδιά σκεφθήκαμε νά τρέξουμε πρόθυμοι μέ τό φαναράκι μας, νά τό φέρουμε πάλι ἀπό τήν Ἐκκλησία, γιά νά μείνει ἄσβηστο στό καντήλι μας.
Συγκινήθηκε ἡ γιαγιά καί μᾶς μάζεψε κοντά της:
–Παιδιά μου, καθώς αὐτές τίς μέρες, τίς ἀναστάσιμες, προσπαθοῦμε νά διατηροῦμε ἀναμμένο τό ἅγιο φῶς, ξεπηδάει ἀπό τήν ψυχή μου μιά εὐχή: ὅπως φροντίζουμε τό φῶς τῆς λαμπάδας μας, ἔτσι νά φροντίζουμε καί τό φῶς τῆς ψυχῆς μας∙ τήν πίστη στόν ἀναστημένο Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό.
Θά κινδυνεύσει ἡ πίστη μας νά σβήσει ἀπό ἀνέμους ἰσχυρούς∙ ἀμφισβητήσεις, προκλήσεις, ὑποχωρήσεις στό κακό.
Νά τήν κατοχυρώνουμε, γνωρίζοντάς την πιό βαθιά.
Νά τήν προφυλάττουμε, ὑπακούοντας στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Νά τήν ἰσχυροποιοῦμε, κυρίως κρατώντας καθαρή τήν καρδιά μας.
Κι ἄν ποτέ νιώσουμε νά τρεμοσβήνει αὐτό τό φῶς, θά τό βροῦμε ἄσβηστο νά λάμπει πάντα στήν Ἐκκλησία μας.
Ἐκεῖ νά καταφεύγουμε. Ἀλλά καί στή χριστιανική συντροφιά τῆς Κατηχητικῆς ὁμάδας… καί τῆς χριστιανικῆς Κατασκήνωσης… Μήν τό ξεχνᾶτε.
Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός μᾶς λέει: Ἐγώ ἄναψα τό φῶς τῆς πίστης μέσα σας, ἡ δική σας σπουδή, ἡ ὁλοπρόθυμη προσοχή σας δηλαδή, θά τό κρατήσει ἄσβηστο.
Νεκταρία

