Ὁ πιστός Χριστιανός ζεῖ μιά νέα ζωή, πού ἀνατέλλει ἀπό τόν Τάφο τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ. Ἀνεβαίνουμε τόν ἀνήφορο τῆς προσωπικῆς μας ἱστορίας μέ μιά λαχτάρα∙ πῶς θά κάνουμε τή ζωή μας πετυχημένη, πλούσια, ἄνετη, ἀσφαλή καί χαρούμενη.
Ὅμως, τό κυνήγι τοῦ πλούτου καί τῆς χαρᾶς καταλήγει σέ ἄγχος. Οἱ προσπάθειες γιά ἄνετη ζωή τελικά φέρνουν ἀνοία καί πλήξη. Καί ἡ λαχτάρα γιά εἰρήνη καί ἀσφάλεια πνίγεται μέσα στίς κραυγές τοῦ πολέμου.
Κι ὅμως. Βαθιά μέσα μας συνεχίζουμε νά ποθοῦμε μιά καινούργια ζωή.
Τήν «ἀπαρχή μιᾶς ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου, ἑορτάζομεν», ψάλλουμε στόν Ἀναστάσιμο Κανόνα. Αὐτή τήν «ἄλλη βιοτή» μᾶς τή χαρίζει ὁ Ἀναστημένος Κύριος.
Ὁ Χριστιανός πού ζεῖ αὐτή τή νέα ζωή, ζεῖ τά πάντα ὅπως εἶναι, φιλτραρισμένα ὅμως ἀπό τό φίλτρο τῆς αἰωνιότητας.
Χαίρεται τά ἀγαθά τῆς γῆς, χωρίς νά φοβᾶται μήν τά χάσει. Γιατί ξέρει ὅτι ὁ Κύριος φροντίζει γιά τίς ἀνάγκες του καί τοῦ ἑτοιμάζει πολύ περισσότερα γιά τήν αἰωνιότητα. Συμμετέχει στόν πόνο τοῦ κόσμου, ἀλλά δέν ἀποκάμνει. Νιώθει τίς ἀδικίες, ἀλλά δέν ἐπαναστατεῖ. Ἀγωνίζεται ὅμως γιά νά ἐπικρατήσει τό δίκιο. Ὁ πιστός Χριστιανός συγχωρεῖ καί ἀγαπᾶ. Λυπᾶται γιά τίς ἁμαρτίες του, ἀλλά δέν ἀπελπίζεται. Μετανοεῖ, ἐλπίζει καί πιστεύει. Καί ὅταν κάποτε ἔρχεται ὁ φόβος νά μαράνει τήν ψυχή του, τόν δαμάζει μέ τήν πίστη στήν Ἀνάσταση, πού νικᾶ κάθε φόβο.
Ἔτσι, ἡ ζωή γίνεται γιορτή. Γεμάτη φῶς.
Ἡ ζωή αὐτή εἶναι αἰώνια, ἀλλά ἀρχίζει ἀπό δῶ.
Ἡ ζωή αὐτή εἶναι καινούργια. Ἀνατέλλει ἀπό τόν Τάφο τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ.
Χριστός ἀνέστη!

