Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Από τους Αγίους της Εκκλησίας μας

Ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος ὁ νέος, ὁ ἐν Ἀμαρουσίῳ

Ο Σωτήρ · Τεύχος 1 & 15 Αυγούστου 2026

Ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος (Χαμακιώτης) ὁ νέος ἀνήκει στὴ χορεία τῶν σύγχρονων ἁγιασμένων ἱερατικῶν μορφῶν τοῦ 20οῦ αἰώνα ποὺ ἔδρασαν στὴν Ἀττική.

Γεννήθηκε τὸ 1891 στὸ ὀρεινὸ χωριὸ Τουρλάδα τῶν Καλαβρύτων ἀπὸ γονεῖς φτωχούς, ἁπλοϊκοὺς καὶ πολὺ πιστούς. Τὸ βαπτιστικό του ὄνομα ἦταν Γεώργιος. Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ διακρινόταν γιὰ τὴ μεγάλη εὐλάβεια καὶ σεμνότητά του.

Σὲ ἡλικία 15 ἐτῶν ὁ Γεώργιος, θελγόμενος ἀπὸ τὸν πόθο τῆς ἀσκήσεως, εἰσῆλθε ὡς δόκιμος μοναχὸς στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίας Λαύρας καὶ στὴ συνέχεια μὲ εὐλογία φοίτησε στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Σχολὴ τῆς Ἄρτας. Σὲ ἡλικία 22 ἐτῶν ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ νέο ὄνομα Ἀθανάσιος.

Στὶς μοναχικές του ὑποχρεώσεις ὑπῆρξε ἀκριβής, ἀποτελώντας πρότυπο γιὰ τοὺς συμμοναστές του. Σὲ ἡλικία 25 ἐτῶν ἔγινε διάκονος, ἐνῶ πέντε χρόνια ἀργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Τὸ 1931 γιὰ λόγους ὑγείας (λόγῳ τοῦ ὑγροῦ κλίματος) ἔφυγε ἀπὸ τὴ Μονὴ καὶ ἦλθε στὴν Ἀθήνα. Παρέμεινε γιὰ λίγους μῆνες στὸ ἱερὸ Μετόχι τῆς Ἀναλήψεως στὸν Βύρωνα καὶ στὴ συνέχεια στὴ Γλυφάδα, καθὼς καὶ στὸ χωριὸ Βίλια τοῦ δήμου Μάνδρας Δ. Ἀττικῆς μέχρι τὸ 1936, ὁπότε διορίσθηκε μόνιμος ἐφημέριος στὸ ἱερὸ παρεκκλήσιο τῆς Παν­αγίας Ὁδηγήτριας (Νεραντζιώτισσας) στὸ Μαρούσι. Τὸ βυζαντινὸ αὐτὸ ἐκκλησάκι (κτίσμα τοῦ 16ου αἰώνα) γίνεται πλέον τὸ ὁρμητήριο τῆς δράσεώς του· ἐκεῖ θὰ διακονήσει τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ μὲ πνεῦμα θυσίας καὶ αὐταπαρ­νήσεως.

Ὁ ἴδιος ἐξακολουθοῦσε νὰ ζεῖ ὡς πτω­χὸς μοναχός, διαμένοντας ἐκεῖ δίπλα σὲ τα­πεινὸ κελλάκι. Ἀπὸ τὶς 6 τὸ πρωὶ μέχρι τὸ μεσημέρι τελοῦσε μὲ ἀκρίβεια τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες ὅπως στὸ Μοναστήρι του. Κέν­τρο τῆς ζωῆς του ἦταν ἡ θεία Λειτουργία. Μνημόνευε πλῆθος ὀνομάτων. Τόσο πολὺ συμμετεῖχε στὰ προβλήματα τοῦ κόσμου καὶ συνέπασχε μαζί τους, ὥστε ἔκλαιγε κατὰ τὴ μνημόνευση συγκεκριμένων ὀνομάτων, γνωρίζον­τας τοὺς μυστικοὺς πόνους καὶ τὰ τραυματά τους. Πολλὲς εἶναι οἱ μαρτυρίες πιστῶν, ποὺ ὁμολογοῦν ὅτι κατὰ τὴ θεία Λειτουργία συχνὰ δὲν πατοῦσε στὴ γῆ. Τὸ πρόσωπό του ἔλαμπε, ἡ φωνή του ἔπαλλε ἀπὸ συγκίνηση, τὰ μάτια του βούρκωναν ἀπὸ κατάνυξη. Πολλὲς φορὲς ἀναδυόταν ἀπὸ τὸ ἱερὸ Βῆμα, ὅπου λειτουργοῦσε, ἄρρητη εὐωδία, ἡ ὁποία μάλιστα ἔφθανε ἕως ἔξω στὴ γέφυρα, στὸν σταθμὸ τοῦ τρένου. Ὁ Ὅσιος σὲ κάθε θεία Λειτουργία δὲν παρέλειπε τὸ θεῖο κήρυγμα, ἔστω καὶ ὀλιγόλεπτο. Ὁμιλοῦσε μὲ αἴσθημα βαθιᾶς ταπεινοφροσύνης. Ἐξάλλου καὶ ἡ προσευχή του πρὶν ἀρχίσει ἦταν: «Ὁμίλει, Κύριε, Σὺ ὁμίλει στὶς καρδιὲς τοῦ λαοῦ σου». Ὅλους τοὺς συνάρπαζε καὶ μεταρσίωνε μὲ τὴν εὐλάβεια καὶ τὸ ἦθος του. Ὁ Φώτης Κόντογλου, ὁ κορυφαῖος Μικρασιάτης λογοτέχνης καὶ ἁγιογράφος, συγκλονισμένος ἔλεγε: «Μία θεία Λειτουργία μὲ τὸν πατέρα Ἀθανάσιο Χαμακιώτη ἰσοδυναμεῖ μὲ μετάγγιση αἵματος».

Ὡς πνευματικὸς Πατέρας καὶ ἐξομολόγος ὁ Ὅσιος ὑπῆρξε ἀπαράμιλλος. Στολισμένος μὲ τὶς ἀρετὲς τῆς διακρίσεως καὶ τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης, προσέγγιζε τὸν κάθε ἁμαρτωλὸ μὲ πολλὴ συγκατάβαση καὶ ἀνέπαυε πλῆθος ἀνθρώπων ἀπὸ κάθε κοινωνικὸ στρῶμα. Ἐγγράμματοι καὶ ἀγράμματοι, ἁπλοὶ κληρικοὶ καὶ Ἀρχιερεῖς, ὅλοι ἀδιακρίτως γονάτιζαν κάτω ἀπὸ τὸ πετραχήλι του ἀναζητώντας βοήθεια, συμβουλές, καθοδήγηση. Ποτὲ δὲν ἀρνήθηκε σὲ κανένα. Ποτὲ δὲν περιφρόνησε κανένα. Διακονοῦσε δὲ ὅλους μὲ αἴσθηση ἀναξιότητας. Συνέβαινε σὲ ἀρκετὲς περιπτώσεις ὁ ἴδιος νὰ ζητεῖ συμβουλὲς ἀπὸ ἁπλοὺς ἀνθρώπους ἢ ἀκόμη καὶ ἀπὸ νεότερους ἱερωμένους. Μὲ τοὺς θεοκίνητους ἁγιοπνευματικοὺς λόγους του ἄνοιγε δρόμους γιὰ τὴν ἁγιότητα. Ἰδιαίτερα ἐπεμελεῖτο τὴν καθοδήγηση τῶν ἐφήβων. Μὲ διάκριση καὶ ἐνθουσιασμὸ τοὺς διοχέτευε δύναμη θεία γιὰ νὰ νικοῦν τὰ πάθη τῆς νεότητας, συμβουλεύοντάς τους νὰ μελετοῦν καθημερινὰ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ νὰ ἐγκρατεύονται. Σύμφωνα μὲ τὴν ἀντοχή τους, τοὺς πρότεινε καὶ ἀνάλογες ἀσκήσεις. Δὲν παρέλειπε ποτὲ νὰ συνιστᾶ σὲ ὅλους καὶ τὸ ἀποτελεσματικότατο ὅπλο τῆς προσ­ευχῆς, τονίζοντας ὅτι ἡ καλύτερη ὥρα γιὰ προσευχὴ εἶναι ἡ νυχτερινή. Κάποιες δὲ φορὲς περαστικοί, κατὰ τὶς μεταμεσονύχτιες ὧρες, ἔβλεπαν τὸν Ἅγιο μέσα στὴν Παν­αγία τὴ Νεραντζιώτισσα γονατιστὸ καὶ μὲ ὑψωμένα τὰ χέρια νὰ προσεύχεται.

Παροιμιώδης ὑπῆρξε ἡ φιλανθρωπικὴ δράση του. Ἐνῶ ὁ ἴδιος ζοῦσε ἀσκητικά, γιὰ τοὺς ἄλλους φρόντιζε νὰ ζοῦν ἀρχον­τικά. Ὅ,τι τοῦ ἔδιναν (πολλοὶ τὸν ἐμπιστεύονταν), ὅλα τὰ μοίραζε αὐθημερὸν σὲ φτωχοὺς καὶ ἐγκαταλελειμμένους. Ἔλεγε: «Χρήματα δὲν ἔχω. Δὲν κρατῶ τίποτα γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Δὲν μοῦ χρειάζονται». Ἰδιαίτερα στὰ χρόνια τοῦ λιμοῦ τῆς Κατοχῆς ὁ Γέροντας κατέστησε τὴ Νεραντζιώτισσα πηγὴ ἐλέους. Ὁ ἴδιος μάλιστα γιὰ μεγάλο διάστημα μαγείρευε καὶ ἐξυπηρετοῦσε καθημερινὰ μία παράλυτη γυναίκα. Ἕνα ὑπερκόσμιο φῶς διέκριναν νὰ τὸν περιβάλλει καθημερινὰ φεύγοντας ἀπὸ τὸ φτωχικό της.

Τὸ 1963 ὁ Ὅσιος, μὲ ἀποκάλυψη ἀπὸ τὸν ἅγιο Λαυρέντιο Σαλαμίνας, προέβη στὴν ἵδρυση Ἡσυχαστηρίου, τῆς Παναγίας Φανερωμένης, στὴ Ροδόπολη Ἀττικῆς. Μὲ δική του φροντίδα συνέπηξε ἐκεῖ γυναικεία μοναστικὴ Ἀδελφότητα, τῆς ὁποίας ὁ ἴδιος ἦταν πρότυπο ἀληθινοῦ στοργικοῦ ποιμένα. Ἡ φήμη τοῦ ἐνάρετου ἁγίου Γέροντα ἁπλώθηκε σύντομα στὴν εὐρύτερη περιοχὴ τῶν βόρειων προαστίων τῆς Ἀττικῆς. Ἐκεῖ στὴ Μονὴ πλέον παρέμεινε μέχρι τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Συνέχιζε νὰ ἱερουργεῖ, νὰ κηρύττει καὶ νὰ ἐξομολογεῖ καὶ νουθετεῖ πλῆθος κόσμου μέχρι ἀργὰ τὴ νύχτα. Σύνθημά του ἦταν νὰ μὴν ἐντυπωσιάζει, ἀλλὰ νὰ οἰκοδομεῖ «ἐν Χριστῷ» τὸν λαό. Ὁ ἴδιος ἀκόμη ποτέ του δὲν ἐπιδίωξε ἀνώτερα ἐκκλησιαστικὰ ἀξιώματα καὶ δόξες. Χαρὰ καὶ τιμή του του ἦταν νὰ ὑπογράφει μὲ τὸν τίτλο «Ἀθανάσιος ὁ Ἱερομόναχος». Ἔμενε ἀσυγκίνητος ἀπὸ ἐπαίνους, ἐπιθυμώντας μόνο τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Σὲ ὧρες διαλειμμάτων ἔφευγε μὲ τὸ μπαστουνάκι του μόνος πρὸς τὸ δάσος καὶ μέσα στὴ φύση προσ­ευχόταν δυνατά. Ἡ προσευχή του θαυματουργοῦσε. Πάμπολλες εἶναι οἱ μαρτυρίες ἀνθρώπων ποὺ γεύθηκαν τὴ θαυματουργική του Χάρι. Ἀσθενεῖς ἔγιναν τελείως καλά. Ἄτεκνες γυναῖκες κυοφόρησαν. Δαιμονισμένοι ἐλευθερώθηκαν ἀπὸ τὰ δαιμόνια καὶ τόσα ἄλλα.

Στὶς 17 Αὐγούστου 1967 ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος Χαμακιώτης σὲ ἡλικία 76 ἐτῶν, ἀφοῦ εἶχε κοινωνήσει, ἄφησε εἰρηνικὸς τὴν τελευταία του πνοὴ στὸ Νοσοκομεῖο «Εὐαγγελισμός». Λίγο πρὶν ἡ ψυχή του ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό, «ἔβλεπε» καὶ ἔλεγε: «Ἱερεῖς, Πατριάρχες, Ἄγγελοι, Ἀρχάγγελοι… Ἡ Παναγία μας! Πάρε με, Μανούλα μου…»

Πηγὴ εὐλογιῶν καὶ ἰάσεων κατέστη ὁ τάφος τοῦ Ὁσίου. Τὸ 2023 τὸ σεπτὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο προέβη στὴν ἁγιοκατάταξή του. Σεμνύνεται ἡ Μονὴ τῆς Φανερωμένης, ἡ ὁποία κατέχει τὰ χαριτόβρυτα καὶ εὐωδιάζοντα ἱερὰ λείψανά του. Εἴθε μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ ὁσίου Ἀθανασίου Χαμακιώτη τοῦ νέου, «τοῦ ἐν Ἀμαρουσίῳ καὶ Ροδοπόλει ἀσκήσαντος», νὰ αὐξάνουμε τὴν πίστη μας καὶ τὴν ἀγάπη μας στὸν Θεό, μιμούμενοι τὶς ἀρετές του, ἰδιαίτερα τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἀγάπη, τὴν καθαρότητα καὶ τὴν ἀφοσίωσή του στὸν Κύριο.