Ἔτσι νόμιζε, ἔτσι πίστευε, ἔτσι ἔλεγε. Δὲν ἦταν δὲ λόγος ἐντυπωσιασμοῦ ὁ λόγος του· οὔτε αὐθυποβολῆς γιὰ κάτι ἀνυπόστατο. Ἦταν βεβαίωση «ἐκ βαθείας» συνειδήσεως. Ἦταν καὶ ξεχείλισμα ψυχῆς.
Ὁ Παῦλος, ὁ μέγας Παῦλος, ὁ κορυφαῖος Ἀπόστολος, τὸ στόμα τοῦ Χριστοῦ εἶχε πλήρη συνείδηση τῶν λεγομένων του. Κι ἐδῶ προβαίνει σὲ μιὰ παράδοξη δήλωση. Χρωστάω, ἔγραψε στοὺς Χριστιανοὺς τῆς Ρώμης. Χρωστάω σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Νά τὰ ἴδια τὰ λόγια του: «Ἕλλησί τε καὶ βαρβάροις, σοφοῖς τε καὶ ἀνοήτοις ὀφειλέτης εἰμί» (Ρωμ. α΄ 14). Ὀφείλω, λέει, σὲ ὅλους, καὶ στοὺς Ἕλληνες καὶ στοὺς βαρβάρους καὶ στοὺς σοφοὺς καὶ στοὺς ἀμαθεῖς. Οἱ λέξεις Ἕλληνες καὶ βάρβαροι δὲν εἶχαν τότε τὴ σημασία ποὺ ἔχουν σήμερα. Τὸ κριτήριο ἦταν ἡ γλώσσα. Ὅσοι μιλοῦσαν σωστὰ τὴν Ἑλληνικὴ γλώσσα, ὀνομάζονταν Ἕλληνες· ὅσοι δυσκολεύονταν στὴν ὁμιλία της, ὀνομάζονταν βάρβαροι, ἐπειδὴ ἀδυνατοῦσαν νὰ προφέρουν σωστὰ τὶς λέξεις τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσας.
Καὶ τί χρωστοῦσε λοιπὸν ὁ μέγας Ἀπόστολος σὲ ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ σὲ καθέναν, ἀνεξαρτήτως τῆς καταγωγῆς καὶ τοῦ ἐπιπέδου τῆς μορφώσεώς του; Τί ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ κηρύξει σὲ ὅλους τὸ Εὐαγγέλιο. Αὐτὸ εἶναι τὸ χρέος μου, βεβαιώνει. Ὁ Χριστὸς μὲ ἀνέδειξε Ἀπόστολο, μάλιστα μὲ τὴν εἰδικὴ ἀποστολὴ νὰ κηρύξω τὸ Εὐαγγέλιο ὄχι στοὺς Ἑβραίους, ἀλλὰ στοὺς ἄλλους λαούς.
Δυσβάσταχτο χρέος. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Παῦλος δὲν ἡσύχαζε ποτέ. Ἔτρεχε σὲ ἀνατολὴ καὶ δύση, ὁδοιποροῦσε, θαλασσοποροῦσε, ἀψηφοῦσε τοὺς κινδύνους, ἀδιαφοροῦσε γιὰ τὶς στερήσεις, δὲν τὸν φόβιζαν οἱ ἀπειλὲς τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως. Χρωστοῦσε. Ἔτρεχε νὰ ξεπληρώσει τὸ χρέος.
Κρατοῦσε ὁ μέγας Ἀπόστολος μία ἀναμμένη δάδα καὶ ἔβαζε παντοῦ φωτιές. Ἀρχικὰ ἵδρυσε Ἐκκλησίες στὴν Ἀσία· κατόπιν πέρασε στὴν Εὐρώπη. Ἄρχισε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὴ Μακεδονία πρῶτα. Ἵδρυσε τὴν Ἐκκλησία τῶν Φιλίππων· στὴ συνέχεια πέρασε στὴ Θεσσαλονίκη, στὴ Βέροια, στὴν Ἀθήνα, στὴν Κόρινθο, στὴ Νικόπολη. Ἔστειλε τὸν Τίτο στὴν Κρήτη. Ἔφθασε στὴ Ρώμη· οὔτε ἐκεῖ σταμάτησε, ἔτρεξε μέχρι τὴν Ἱσπανία.
Ἦταν ἕνας ἀτέλειωτος Μαραθώνιος δρόμος ἡ ζωὴ τοῦ Ἀποστόλου. Κι ἂν δὲν πείνασε, ἂν δὲν δίψασε, ἂν δὲν λιθοβολήθηκε, ἂν δὲν μαστιγώθηκε φριχτά – πέντε φορές – ἂν δὲν ραβδίσθηκε – τρεῖς φορές – ἂν δὲν φυλακίσθηκε – πόσες φορές! Σταμάτησε; Δείλιασε; Κουράσθηκε;
Ποτέ!
Ἔφθασε μέχρι τὸ μαρτύριο· ἔδωσε τὴ ζωή του γιὰ τὸν Χριστό, γιὰ τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου.
Καὶ λοιπόν;
Ὄχι καὶ λοιπόν… Ὄχι!
Κι ἐσὺ χρωστᾶς, κι ἐγώ, ὅλοι μας χρωστᾶμε. Χρωστᾶμε, διότι πήραμε πολλά. Μᾶς δόθηκε ἡ ἀλήθεια, τὸ Εὐαγγέλιο, ἡ Χριστιανική μας πίστη, ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ πίστη.
Σήμερα ὁ κόσμος παραδέρνει στὴ θάλασσα μιᾶς πρωτοφανοῦς ἀπιστίας. Ξαναγύρισε στὴν εἰδωλολατρία· ἐκστασιάζεται ἀπὸ τοὺς «γκουροὺ» καὶ τὰ εἴδωλα τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ· λατρεύει εἴδωλα μουσικῆς, ἠθοποιούς, ὅ,τι μπορεῖ νὰ βάλει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου.
Τὰ νέα παιδιὰ δὲν βρίσκουν νόημα στὴ ζωή. Βυθίζονται στοὺς φρικιαστικοὺς κόσμους τῶν ναρκωτικῶν, πηδοῦν στὸ κενό. Σὰν ποιά ἀξία νὰ ἔχει ἡ ζωή;
Νά λοιπὸν τὸ χρέος ὅλων μας. Ὅλοι οἱ πιστοὶ χρωστᾶμε. Στὴ διάρκεια τῶν αἰώνων ἡ ἀναμμένη δάδα τοῦ ἀποστόλου Παύλου πέρασε ἀπὸ χέρι σὲ χέρι, φώτισε ἔθνη καὶ λαούς.
Σήμερα ποιά χέρια θὰ τὴν παραλάβουν;
Ἄς ἀναλογισθοῦμε μιὰ στιγμὴ τὴν εὐθύνη μας. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἔφθασε στὴν Ἑλλάδα μας. Ἵδρυσε τὶς Ἐκκλησίες ποὺ ἀναφέραμε. Ἄναψε τὴ φλόγα τῆς πίστεως στὴν ὡραία αὐτὴ χώρα. Δὲν ἔμεινε μόνο σ᾿ αὐτὸ ὁ Ἀπόστολος. Ἔγραψε καὶ Ἐπιστολὲς στὶς Ἐκκλησίες ποὺ ἵδρυσε στὴν Ἑλλάδα. Μία στοὺς Φιλιππησίους, δύο στοὺς Θεσσαλονικεῖς, δύο στοὺς Κορινθίους, μία στὸν Τίτο στὴν Κρήτη. Τὶς ἔγραψε στὴν Ἑλληνικὴ γλώσσα.
Μήπως ἔχει παράπονο, μεγάλο μάλιστα παράπονο, ἀπὸ ἐμᾶς; Παρατηρώντας μας ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς αἰωνιότητας, μήπως μᾶς βλέπει μὲ θλίψη; Καὶ μήπως νοερῶς μᾶς φωνάζει: Χρωστᾶτε κι ἐσεῖς!
Χρωστᾶτε σὲ ὅλο τὸν κόσμο!

