Δὲν ἦταν μόνο οἱ μαρτυρικοὶ πόνοι καὶ ἡ ἀφόρητη ὀδύνη ποὺ ὑπέστη ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἀπὸ τὰ ἀλλεπάλληλα χτυπήματα, τοὺς ἀπρόκλητους κολαφισμούς, τὴ φρικτὴ μαστίγωση καὶ τὰ σιδερένια καρφιά, μὲ τὰ ὁποῖα Τὸν προσήλωσαν πάνω στὸν Σταυρό. Ἐκτὸς ἀπὸ ὅλα αὐτά, ὁ ἀναμάρτητος Κύριος δοκίμασε τὸ ὄνειδος καὶ τὴν αἰσχύνη ἀπὸ τὴ δημόσια διαπόμπευσή του. Ἀλήθεια, ποιός μπορεῖ νὰ νιώσει καὶ νὰ περιγράψει τὴ θλίψη ἀπὸ τὸν βαρύτατο ἐξευτελισμὸ ποὺ δοκίμασε ὁ μόνος ἀθῶος, πάναγνος καὶ πανάγιος Κύριος! Μόνο ὁ Θεὸς Πατέρας μποροῦσε νὰ Τὸν κατανοήσει σὲ τέλειο βαθμό: «Σὺ γινώσκεις τὸν ὀνειδισμόν μου καὶ τὴν αἰσχύνην μου καὶ τὴν ἐντροπήν μου», λέει ὁ Κύριος προφητικὰ στὸν 68ο (ξη΄) ψαλμό (στίχ. 20), ὁ ὁποῖος ἀναγινώσκεται στὴν Ἀκολουθία τῶν Μεγάλων Ὡρῶν τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Ὁ πάσχων Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁμιλεῖ στὸν Οὐράνιο Πατέρα του καὶ περιγράφει τὸ ὄνειδος καὶ τὴν ντροπὴ ποὺ φέρει ἐπάνω Του κατὰ τὰ φρικτὰ Πάθη του: «ἕνεκά σου ὑπήνεγκα ὀνειδισμόν», λέει· γιὰ χάρη σου, ἐπειδὴ θέλησα νὰ μείνω πιστὸς στὸ θέλημά σου, ὑπομένω πολὺ μεγάλες εἰρωνεῖες καὶ χλευασμούς· «ἐκάλυψεν ἐντροπὴ τὸ πρόσωπόν μου»· τὸ πρόσωπό μου ὁλόκληρο σκεπάσθηκε ἀπὸ ντροπή (στίχ. 8).
Πράγματι ὁ Κύριος δέχθηκε ἀλλεπάλληλες προσβολὲς καὶ ἐξευτελισμοὺς ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ παραδόθηκε στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν του.
Κατ’ ἀρχὰς ἰδίως ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖο Τὸν πλησίασαν μέσα στὴ νύκτα νὰ Τὸν συλλάβουν, ἦταν προσβλητικός: «ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξήλθετε μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων συλλαβεῖν με», εἶπε μὲ ἀπορία (Ματθ. κς΄ [26] 55). Κάθε ἡμέρα ἤμουν μαζί σας καὶ μπορούσατε νὰ μὲ βρεῖτε καὶ νὰ μὲ κρατήσετε. Γιατί ἤλθατε ὁπλισμένοι μὲ μαχαίρια καὶ ὅπλα; Ὥστε λοιπὸν μὲ θεωρεῖτε ληστὴ καὶ ἐγκληματία;…
Ἀλλὰ καὶ στὴ συνέχεια, πόσο ταπεινώθηκε ὁ Κύριός μας, ὅταν, ἐνώπιον τοῦ ἀρχιερέα, ἕνας θρασύτατος δοῦλος σήκωσε χέρι καὶ Τὸν ράπισε! Κι αὐτὸ ἦταν μόνο ἡ ἀρχή. Ἀκολούθησε καταιγισμὸς ἀπὸ ραπίσματα, κολαφισμοὺς καὶ ἐμπτυσμούς. Τὸν χτυποῦσαν, χωρὶς Ἐκεῖνος νὰ τοὺς βλέπει, καὶ Τοῦ ἔλεγαν περιπαικτικά: «Προφήτευσον ἡμῖν, Χριστέ, τίς ἐστιν ὁ παίσας σε;» Ἀφοῦ εἶσαι προφήτης, μάντεψε ποιός Σὲ χτύπησε; (Ματθ. κς΄ [26] 68). Τὸν ἔφτυναν κατὰ πρόσωπο, χωρὶς νὰ σκέπτονται ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ Πρόσωπο, ποὺ ὅταν τὸ εἶδε ἡ θάλασσα, τὸ σεβάσθηκε καὶ ἡσύχασε ἀπὸ τὸ κύμα της. Εἶναι τὸ Πρόσωπο, ποὺ ὅταν τὸ εἶδε ὁ ἥλιος ἐπάνω στὸν Σταυρό, ἔκρυψε τὶς ἀκτίνες του…
Πόσο ἐξευτελιστικὸ ἦταν γιὰ τὸν Θεάνθρωπο Κύριο νὰ Τὸν ντύνουν μὲ τὴν κόκκινη χλαμύδα, νὰ Τοῦ φοροῦν ἀκάνθινο στεφάνι καὶ νὰ Τοῦ δίνουν καλάμι στὰ χέρια φωνάζοντας περιπαικτικά: «Χαῖρε, ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων»!
Πόσο εἰρωνικὸ ἦταν γιὰ τὸν ταλαιπωρημένο Ἰησοῦ νὰ περιβάλλεται «ἐσθῆτα λαμπρὰν» ποὺ Τοῦ φόρεσε ὁ Ἡρώδης κι ἔτσι, μὲ ἐπίσημη βασιλικὴ στολή, νὰ ἀποστέλλεται στὸ πραιτώριο τοῦ Πιλάτου, διαβαίνοντας μέσα ἀπὸ τοὺς δρόμους τῆς πόλεως γιὰ νὰ Τὸν βλέπουν οἱ περαστικοὶ καὶ νὰ γελοῦν εἰς βάρος Του!
Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ μαστίγωμα μὲ τὸ φραγγέλιο, «συλλογίσου ἀδελφέ, τὴν ἄκραν αἰσχύνην καὶ ἐντροπὴν ὅπου ἔλαβεν ὁ Ἰησοῦς… ὄντας γεγυμνωμένος ἐμπρὸς εἰς τὰ ὀμμάτια τόσων στρατιωτῶν καὶ περιγελασμένος ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ βλάσφημον καὶ ἀδιάντροπον ἔθνος», σημειώνει ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης.
Ὁ ἴδιος Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας περιγράφει ἀκόμη πόσο μεγάλη καταισχύνη δοκίμασε ὁ Κύριος, καθὼς προχωροῦσε πρὸς τὸν Γολγοθᾶ, «δημοσίως βαστάζων τὸν Σταυρὸν αὐτοῦ», ἐνῶ μπροστά Του προπορευόταν ὁ κήρυκας, ποὺ διαλαλοῦσε ὅτι ὁ ἀκόλουθος κατάδικος εἶναι ἔνοχος θανάτου!
Ἂν στὶς ἀμέτρητες ὕβρεις, τὶς ἄδικες κατηγορίες καὶ τὶς ἄτιμες εἰρωνεῖες, ποὺ δέχθηκε ὁ Κύριος κατὰ τὰ Ἄχραντα Πάθη του, προσθέσει κανεὶς τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἀναμάρτητος Ἰησοῦς Χριστὸς παρουσιάσθηκε στὸν Οὐράνιο Πατέρα ὡς ἔνοχος γιὰ ὅλες ἀνεξαιρέτως τὶς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων κάθε ἐποχῆς, τότε πράγματι ὁδηγεῖται στὸ συμπέρασμα, στὸ ὁποῖο καταλήγει καὶ ὁ ὅσιος Νικόδημος: «τὴν ἀτιμίαν καὶ τὴν καταισχύνην ὅπου ὁ Δεσπότης τῶν ἁπάντων ἐδοκίμασεν… ἄλλος ἄνθρωπος ποτὲ δὲν εὑρέθη νὰ δοκιμάσῃ ἀνάμεσα εἰς ὅλας τὰς ἱστορίας τοῦ κόσμου».
«Ἐκάλυψεν ἐντροπὴ τὸ πρόσωπόν μου». Αὐτὰ τὰ λόγια του Υἱοῦ πρὸς τὸν Οὐράνιο Πατέρα μποροῦν νὰ τὰ προφέρουν καὶ τὰ δικά μας χείλη ὡς προσευχὴ πρὸς τὸν ἐσταυρωμένο Κύριο:
«Ἡ ντροπὴ ἀνήκει σ’ ἐμένα, Κύριε. Ἐγὼ ἔπρεπε νὰ ἤμουν στὴ θέση σου καὶ νὰ ὑπομείνω αὐτοὺς τοὺς ἐξευτελισμούς. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἔχω κυριευθεῖ ἀπὸ τὴ φιλαυτία, τὴ φιληδονία καὶ τὴ φιλοδοξία. Ὦ, Κύριε! “Ἕκαστον μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκὸς ἀτιμίαν ὑπέμεινε” γιὰ μένα. Καθὼς παρατηρῶ ἄτιμο καὶ ἐξουθενωμένο τὸ ἅγιο Πρόσωπό σου, Σὲ παρακαλῶ, δός μου τὴ Χάρι σου γιὰ νὰ συναισθάνομαι τὴν αἰσχύνη ποὺ προκαλεῖ ἡ ἁμαρτία καὶ νὰ ἀγωνίζομαι μὲ ὅλες τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς μου νὰ τὴν ἀποφεύγω.
Κύριε, Σὲ ἀτενίζω ἐσταυρωμένο καὶ Σὲ προσμένω ἀναστάντα…
“Δεῖξον ἡμῖν τὴν ἔνδοξόν σου Ἀνάστασιν”»!
1. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Γυμνάσματα Πνευματικά, Μελέτη ΚΘ΄, ἐκδ. Β. Ρηγοπούλου, σελ. 239-240.
2. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, ὅ.π., Μελέτη Λ΄, σελ. 245.

