Καθὼς πλησιάζουμε στὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, ὁ νοῦς μας στρέφεται ὅλο καὶ συχνότερα στὰ Πάθη τοῦ Κυρίου. Εἶναι πραγματικὰ μεγαλειῶδες τὸ γεγονὸς ὅτι γιορτάζουμε τόσο λαμπρὰ τὰ Πάθη τοῦ Κυρίου, τὴν ἄκρα ταπείνωσή του.
Ἀνθρωπίνως κρίνοντας, θὰ λέγαμε ὅτι τὰ Πάθη τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ πιὸ δυσάρεστη πτυχὴ τῆς ζωῆς του, τότε ποὺ προδόθηκε ἀπὸ ἕνα μαθητή του, «ἕνα ἐκ τῶν δώδεκα», ἀπὸ τὸν Ἰούδα τὸν Ἰσκαριώτη· τότε ποὺ ὅλοι οἱ μαθητές του Τὸν ἐγκατέλειψαν, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ συνελήφθη ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες τῶν ἀρχιερέων στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ· τότε ποὺ ὁ πρωτοκορυφαῖος τῶν μαθητῶν Τὸν ἀρνήθηκε μὲ ὅρκο καὶ κατάρες, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι μαθητές του ἐπέστρεψαν «εἰς τὰ ἴδια». Ὁ ἴδιος δὲ ὁ Χριστὸς ἐκτελεῖται μὲ τὸν χειρότερο τρόπο, τῆς Σταυρώσεως. Τί τραγική, ἀλήθεια, κατάληξη εἶχε ἡ δημόσια δράση τοῦ Κυρίου κατὰ τὰ τρία αὐτὰ χρόνια πάνω στὴ γῆ!
Φάνηκε πρὸς στιγμὴν ὅτι οἱ Φαρισαῖοι, οἱ ἄσπονδοι ἐχθροί του, ἐπικράτησαν θριαμβευτικά. Ὁ Ἰησοῦς ὡστόσο ἀντιμετώπισε μὲ μεγάλη ὑπομονὴ ὅλες τὶς ταπεινώσεις ποὺ ὑπέστη ἐκείνη τὴν Παρασκευή, ἐγκαταλελειμμένος ἀπὸ ὅλους, μόνος κι ἔρημος, ὅπως τό εἶχε προείπει (Ἰω. ις´ 32), παίγνιο διάφορων ἁμαρτωλῶν. Τὸ Πάθος τοῦ Κυρίου εἶναι φοβερὸ σὲ ἔνταση, φοβερὸ καὶ σὲ διάρκεια.
Καὶ ὅμως εἶναι «ἑκούσιον». Δηλαδὴ τὸ δέχθηκε ὁ Κύριός μας μὲ ὅλη του τὴν καρδιά, μὲ ὅλη του τὴν προθυμία, μὲ τέλεια ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ Πατέρα.
Πῶς ὁμιλεῖ ὁ θεῖος Διδάσκαλος γιὰ τὴν ὑπακοὴ ποὺ ἔδειξε στὸν ἐπουράνιο Πατέρα του! Ὁ θάνατος δὲν εἶχε καμία ἐξουσία ἐπάνω Του. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Θεὸς Πατέρας, λόγῳ τῆς ὑπακοῆς ποὺ ἔδειξε ὁ μονογενὴς Υἱός του «μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ… αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο αὐτῷ ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν ὄνομα» (Φιλιπ. β´ 8-9).
Ὁ Κύριος εἶχε δείξει ὅτι μποροῦσε νὰ κάνει τέτοια ὑπακοή· εἶχε παλέψει πολὺ ὡς ἄνθρωπος καὶ εἶχε νικήσει. Θυμήθηκε τὸ Πάθος του τὴ Μεγάλη Τετάρτη καὶ ταράχθηκε, κατὰ τὴ μαρτυρία τοῦ ἴδιου τοῦ ἀγαπημένου μαθητῆ του:
–«Νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται, καὶ τί εἴπω; πάτερ, σῶσόν με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἦλθον εἰς τὴν ὥραν ταύτην».
Ἐπιβλήθηκε ὅμως στὸν Ἑαυτό του καὶ τότε εἶπε:
–«Πάτερ, δόξασόν σου τὸ ὄνομα». Πατέρα, δόξασε τὸ ὄνομά σου. Ὅ,τι κι ἂν πάθω ἐγώ, φέρε σὲ αἴσιο πέρας τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας καὶ ἀπολυτρώσεως τῶν ἀνθρώπων καὶ δόξασε ἔτσι τὸ ὄνομά σου.
Ἦλθε τότε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανό (δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα):
–«Καὶ ἐδόξασα καὶ πάλιν δοξάσω». Δηλαδή: Τὸ ὄνομά μου τὸ δόξασα μὲ τὴ δράση σου μέχρι τώρα ἀνάμεσα στὸν Ἰσραήλ· θὰ τὸ δοξάσω καὶ πάλι μὲ τὸ ἔνδοξο Πάθος σου καὶ μὲ τὴν Ἀνάστασή σου καὶ μὲ τὴν ἐξάπλωση τοῦ Εὐαγγελίου στὰ ἔθνη (Ἰω. ιβ´ 27-28).
Λίγο ἀργότερα, στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ, δοκίμασε μεγάλη ἀγωνία, τὴν ὁποία νίκησε μὲ τὴν ἐπίμονη προσευχή (Ματθ. κς´ 36-46, Μάρκ. ιδ´ 32-42, Λουκ. κβ´ 39-46).
Δὲν ἀπάντησε ὁ Χριστὸς στὰ λόγια τῶν μελῶν τοῦ Συνεδρίου, οὔτε στοὺς Ρωμαίους στρατιῶτες ποὺ Τὸν χλεύασαν γιὰ τὴ βασιλική του ἰδιότητα. Ὑπέμεινε τὸν χλευασμὸ μὲ ἄκρα πραότητα. Γενικὰ ὁ Κύριος θὰ μποροῦσε, ὁποιαδήποτε στιγμὴ ἤθελε, νὰ ξαπλώσει ὅλους τοὺς σταυρωτές του κάτω καὶ νὰ διαφύγει ἀπὸ ἀνάμεσά τους ἀνενόχλητος. Ὅμως δὲν τὸ θέλησε ποτέ. Διότι εἶχε ἀποφασίσει νὰ πάρει τὴ δική μας θέση καὶ νὰ πληρώσει Αὐτὸς γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας.
«Ἀντὶ τῆς προκειμένης αὐτῷ χαρᾶς ὑπέμεινε σταυρὸν αἰσχύνης καταφρονήσας». Δηλαδή: Γιὰ τὴ χαρὰ ποὺ εἶχε μπροστά Του, τὴν ὁποία θὰ δοκίμαζε, ὅταν μὲ τὸ πάθημά του θὰ ἔσωζε πολλούς, ἔκανε ὑπομονή· ὑπέμεινε τὸν σταυρικὸ θάνατο, ἀφοῦ καταφρόνησε τὴν ντροπὴ καὶ τὴν ἀτίμωση ποὺ θὰ δοκίμαζε ἀπὸ τὸν θάνατο αὐτό (Ἑβρ. ιβ´ 1-2). Δέχθηκε νὰ ὑπομείνει τὰ πάνδεινα, γιὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴ δουλεία τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου, ἀπὸ τὴν τυραννικὴ ἐξουσία τοῦ διαβόλου.
Ὁ Κύριος εἶχε μιλήσει καὶ σὲ γυναῖκες, οἱ ὁποῖες θρηνοῦσαν καθὼς Τὸν ἔβλεπαν νὰ πορεύεται πρὸς τὸν Γολγοθᾶ. Τότε εἶπε τὰ ἑξῆς:
–Γυναῖκες τῆς Ἱερουσαλήμ, μὴν κλαῖτε γιὰ Ἐμένα, ἀλλὰ γιὰ τὸν ἑαυτό σας καὶ γιὰ τὰ παιδιά σας… Διότι ἂν σ᾿ Ἐμένα, ποὺ εἶμαι ἀθῶος καὶ μοιάζω μὲ χλωρὸ δένδρο, ἐπειδὴ ἔχω θεία ζωή, κάνουν ὅλα αὐτὰ οἱ Ρωμαῖοι, σ᾿ ἐσᾶς, ποὺ εἶσθε δένδρο ξερὸ καὶ νεκρὸ λόγῳ τῆς ἁμαρτίας, τί θὰ συμβεῖ; (Λουκ. κγ´ 27-31).
Τὸ Πάθος τοῦ Κυρίου εἶναι ἑκούσιο καὶ λυτρωτικὸ γιὰ ἐμᾶς. Γι᾿ αὐτὸ δὲν παρακολουθοῦμε τὰ παθήματά του ὥστε νὰ θυμώσουμε μὲ τοὺς σταυρωτές, μὲ τὴ φοβερὴ ἀγνωμοσύνη τοῦ Ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ προσπαθοῦμε νὰ ζήσουμε τὸ Πάθος του μὲ βαθιὰ εὐγνωμοσύνη, μὲ πένθος, ποὺ προκύπτει ἀπὸ τὴ συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς μας, καὶ μὲ διάθεση μιμήσεως τοῦ Χριστοῦ μας.
Ὁ Κύριος δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὸν οἶκτο τῶν ἀνθρώπων. Ναί, θὰ κλάψουμε στὴν Ἀκολουθία τῶν Παθῶν του. Θὰ μᾶς διαπεράσει ρίγος, καθὼς θὰ βλέπουμε τὸν Κτίστη τῶν ἁπάντων, τὸν παντοδύναμο καὶ ἀναμάρτητο Δεσπότη τοῦ παντός, τὸν γλυκύτατο Νυμφίο τῆς ψυχῆς μας καρφωμένο πάνω στὸν Σταυρό ἐξαιτίας μας. Ἀλλ᾿ ὅμως, ἐφόσον τὸ Πάθος εἶναι ἑκούσιο, δὲν χωρεῖ καμία ὀλιγοψυχία γιὰ τὰ ὅσα πέρασε ὁ Κύριός μας σ᾿ αὐτό· μόνο βαθιὰ ευγνωμοσύνη καὶ εἰλικρινὴς μετάνοια.

