Εἶναι μιὰ πορεία.
Ὁδοιπορία σαράντα ἡμερῶν πρὸς τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα καὶ τὸ Πάσχα. Ὅταν ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ φθάνει, ἔπειτα ἀπὸ ἕναν ὁλόκληρο χρόνο, εἶναι σὰν νὰ ἀνοίγει ἡ πύλη τοῦ παραδείσου, ἑνὸς ἐπίγειου παραδείσου. Διότι αὐτὸ εἶναι ἡ Τεσσαρακοστή· παράδεισος στὴν ἁγία γῆ τῆς Ἐκκλησίας.
Καὶ εἶναι τόσο ὄμορφος αὐτὸς ὁ παράδεισος. Γνωστὸς ἀπὸ τὰ προηγούμενα χρόνια. Ἀλλὰ καὶ τόσο ἄγνωστος! Διότι κάθε χρονιὰ ποὺ εἰσερχόμαστε σ᾿ αὐτόν, τὸν βρίσκουμε ἀλλαγμένο, πολὺ διαφορετικό, πολὺ πιὸ ὄμορφο καὶ εὐωδιαστό.
Ὄχι ὅμως, διότι αὐτὸς ἔχει τυχὸν πράγματι ἀλλάξει, ἀλλὰ διότι ἐμεῖς εἴμαστε ἀλλαγμένοι· εἴτε πρὸς τὸ καλύτερο εἴτε ἀκόμη καὶ πρὸς τὸ χειρότερο. Διότι αὐτὸς ὁ παράδεισος εἶναι γεμάτος ἔλεος. Μᾶς δέχεται ἔτσι ὅπως εἴμαστε, μὲ τὰ πάθη μας, μὲ τὰ λάθη μας, μὲ τὶς ἀδυναμίες μας, μὲ τὰ τραύματά μας, μὲ τὴν πτώση μας. Μᾶς δέχεται ὄχι γιὰ νὰ μᾶς κρίνει ἢ νὰ μᾶς ἀφήσει πεσμένους, ἀλλὰ γιὰ νὰ μᾶς ἀναστήσει. Καὶ μᾶς ἀνασταίνει, ὅσο χαμηλὰ κι ἂν ἔχουμε πέσει.
Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ δὲν μᾶς ἀποδοκιμάζει, δὲν μᾶς ἀποπέμπει· μᾶς δέχεται μὲ ἀγάπη, μᾶς καλεῖ κοντά της μὲ καλοσύνη. Μᾶς προσκαλεῖ ν’ ἀφήσουμε πίσω μας τὸν φθαρμένο ἑαυτό μας, νὰ πετάξουμε τὰ κουρέλια τῆς ἀσωτίας μας, νὰ σπάσουμε τὸ προσωπεῖο τῆς ὑποκρισίας καὶ νὰ σταθοῦμε μπροστὰ στὸν Δημιουργό μας γυμνοί. Ἔτσι ὅπως πραγματικὰ εἴμαστε· ἀτελεῖς, ἀδύναμοι, φτωχοί, βεβηλωμένοι.
Ὅταν ἔτσι σταθοῦμε, «γυμνοὶ καὶ ὡς κατάκριτοι», ταπεινοὶ καὶ μετανοημένοι μπροστὰ στὸν Κύριο τῶν πάντων, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι Αὐτὸς δὲν εἶναι ἕνας αὐστηρὸς δικαστής, ἀλλὰ ὁ στοργικὸς καὶ σπλαχνικὸς Πατέρας μας, ὁ Ὁποῖος πάντα περιμένει τὴν ἐπιστροφή μας στὸ σπίτι του καὶ στὴ δική του ἀγκαλιά.
Ἴσως μᾶς φαίνεται δύσκολη αὐτὴ ἡ ἐπιστροφή· καὶ εἶναι, πολὺ δύσκολη μάλιστα. Διότι πρωτίστως εἶναι, πρέπει νὰ εἶναι, ἐπιστροφὴ στὸ πραγματικό μας σπίτι, στὸ σπίτι τῆς καρδιᾶς. Εἶναι στροφὴ πρὸς τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας, τὸν ἀληθινὸ ἑαυτό μας, αὐτὸν ποὺ τὸν εἴχαμε ἴσως καταχωνιασμένο στὴ σκόνη καὶ τὴ λάσπη τοῦ μάταιου τούτου κόσμου.
Ὅταν αὐτὴ ἡ στροφὴ πραγματοποιηθεῖ, ὅταν ὁ νοῦς μας παύσει νὰ διασκορπίζεται στὰ ἐνδιαφέροντα τοῦ κόσμου, τότε εἶναι ἕτοιμος νὰ συναντήσει τὸν ἴδιο τὸν Θεό, ὅπως ἐπιγραμματικὰ τὸ διατυπώνει ὁ Μέγας Βασίλειος: «Νοῦς μὲν γὰρ μὴ σκεδαννύμενος ἐπὶ τὰ ἔξω, μηδὲ ὑπὸ τῶν αἰσθητηρίων ἐπὶ τὸν κόσμον διαχεόμενος, ἐπάνεισι μὲν πρὸς ἑαυτόν· δι’ ἑαυτοῦ δὲ πρὸς τὴν περὶ Θεοῦ ἔννοιαν ἀναβαίνει»· ὁ νοῦς δηλαδή, ὅταν δὲν διασκορπίζεται πρὸς τὰ ἔξω, οὔτε ξεχύνεται μέσῳ τῶν αἰσθήσεων πρὸς τὰ πράγματα τοῦ κόσμου, ἐπιστρέφει στὸν ἑαυτό του καὶ διαμέσου τοῦ ἑαυτοῦ του ἀνεβαίνει στὸν Θεό (ΕΠΕ 1, 64).
Εἰδικὰ στὴν ἐποχή μας ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἀποκτᾶ ἰδιαίτερη βαρύτητα, διότι οἱ προκλήσεις εἶναι πολλὲς καὶ ἐπίμονες. Οἱ πειρασμοὶ παρόντες σὲ κάθε βῆμα, σὲ ὅλους τοὺς χώρους, σὲ κάθε συνάντηση καὶ ἐπικοινωνία. Μᾶς μαγνητίζει ὁ τηλεοπτικὸς θόρυβος, μᾶς πνίγει ὁ καταιγισμὸς τῶν εἰδήσεων, βυθιζόμαστε στὰ «μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης». Φέρνουμε ἐπιπλέον μέσα μας τὴν κληρονομιὰ τῶν προγόνων μας, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ μέχρι σήμερα, κάτι ποὺ καθιστᾶ εὐάλωτη τὴν ψυχή μας.
Εἶναι ἑπομένως ἀνάγκη μεγάλη ἡ στροφὴ πρὸς τὸν ἑαυτό μας. Μέσα μας θὰ συναντήσουμε τὸν Θεό μας, θὰ χωρέσουμε τοὺς ἀδελφούς μας καὶ ὅλο τὸ σύμπαν. Σ᾿ αὐτὴ τὴ στροφὴ μᾶς καλεῖ ἐπίμονα ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Στὴν πραγματικότητα εἶναι μιὰ κλήση νὰ ἀναθεωρήσουμε τὸν ἑαυτό μας, τὸν τρόπο ζωῆς μας, νὰ ἀναγνωρίσουμε τὰ λάθη μας, τὶς ἐκτροπές, τὰ πλήθη τῶν ἁμαρτιῶν μας, νὰ συντριβοῦμε, νὰ μετανοήσουμε καὶ νὰ ὁδηγήσουμε τὰ βήματά μας μὲ βαθύτερη συναίσθηση στὸ ἐπιτραχήλιο τοῦ Πνευματικοῦ.
Μὲ τοὺς ὕμνους της, μὲ τὶς ξεχωριστὲς ἀκολουθίες της ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ μᾶς καλεῖ γιὰ μιὰ ἀκόμη χρονιὰ νὰ βροῦμε τὸν δρόμο πρὸς τὸν Πατέρα μας, τὸν εὔσπλαχνο Δημιουργό μας.
Ἐλᾶτε! μᾶς φωνάζει. Ἀρκετὰ χρονοτριβήσατε στὴν ξενιτιά, ἀρκετὰ περιπλανηθήκατε στὰ σκονισμένα μονοπάτια τῶν κοσμικῶν ἀσχολιῶν. Πάρτε μιὰ βαθιὰ ἀναπνοή. Πάρτε τὸν δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Ἐπιστρέψτε στὴν ἁγία γῆ τῆς μετάνοιας. Μὲ βήματα τρεμάμενα, μὲ μάτια δακρυσμένα, μὲ καρδιὰ συντετριμμένη. Ἐπιστρέψτε στὸ σπίτι σας, βρεῖτε τὸν ἑαυτό σας, μπεῖτε στὸ ἄδυτο τῆς ψυχῆς σας, ἀνοῖξτε τη στὸν οὐρανό, στὸν Πλάστη σας, ζητῆστε ἔλεος, κραυγάστε μὲ πόνο:
«Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας, Ζωοδότα»!

