Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Διηγήματα

Ἄνθισε καί πάλι ἡ ἐλπίδα

Προς τη Νίκη · Τεύχος Μαΐου 2026

–Καλή ἐπιτυχία, καί νά ᾿ναι στή σχολή πού ἐπιθυμεῖ ἡ Σοφία.
Τί ἦταν νά τό ποῦν καί νά τό ἀκούσει;
–Εὐχαριστῶ, εἶπε ξέψυχα, ὅμως, δέν ὑπάρχει περίπτωση νά τά καταφέρω∙ ἄσκοπο τό φροντιστήριο, χαμένος κόπος τά ξενύχτια.
Καί ξεσπώντας σέ κλάμα, ἔτρεξε νά κλειστεῖ στό δωμάτιό της.
–Τί ἔπαθες, παιδί μου; δοκίμασε νά τή συγκρατήσει ἡ μητέρα της, ἀλλά δέν πῆρε ἀπάντηση.
–Εἶναι φούλ ἀγχωμένη κι ἀπογοητευμένη∙ σέ δύο ἐπαναληπτικά δέν ἔγραψε τόσο καλά, ὅσο περίμενε, προσπάθησε νά τή δικαιολογήσει ἡ μεγαλύτερη ἀδελφή της.
–Ἄς μήν τῆς ξαναμιλήσουμε γιά ἐξετάσεις, συμφώνησαν ὅλοι…

…Ἐκτός ἀπό τή γιαγιά, πού μᾶλλον δέν ἄκουσε, γι᾿ αὐτό καί δέν ὑπάκουσε. Μπῆκε στό δωμάτιο τῆς Σοφίας καί ἀγκαλιάζοντάς την εἶπε μέ ὅλη της τή δύναμη:

–Μή στενοχωριέσαι, παιδάκι μου. Ξέρεις τί λέει ὁ ἀγαπημένος σου Ἅγιος; «Ὅταν κάποιος ἀφήνεται στόν Θεό, ὁ Θεός δέν τόν ἀφήνει. Ἡ ἐμπιστοσύνη σέ Ἐκεῖνον εἶναι μιά συνεχής μυστική προσευχή, πού φέρνει ἀθόρυβα τίς δυνάμεις Του ἐκεῖ πού χρειάζονται καί τήν ὥρα πού χρειάζονται».

–Ὁ ἅγιος Παΐσιος λέει αὐτά τά λόγια; ρώτησε ἡ Σοφία κι ἔνιωσε νά χαλαρώνει καί νά γαληνεύει, καθώς στράφηκε ἡ καρδιά της στόν Ἅγιό της.

–Τό βρῆκες. Κι ἐγώ θά σοῦ πῶ ἕνα γεγονός πού ἀποδεικνύει τά λόγια του: Θυμᾶσαι τή θεία Εὐγενία; Καλύτερα, τή γιαγιά Εὐγενία, νά πῶ, ἀφοῦ εἴμαστε ἀδελφές. Ψυχή ἀφοσιωμένη στόν Θεό καί στά ἔργα τῆς Ἐκκλησίας. Ἔνιωθε πλούσια, ἄν καί ζοῦσε φτωχικά, μέ τά λίγα χρήματά της καί τίς λιγοστές ρίζες ἐλιές πού εἶχε στό χωραφάκι της. Ἄχ, αὐτά τά ἐλαιόδεντρα, οἱ ἐλίτσες, πόσο τίς φρόντιζε, τίς καμάρωνε, κι ὅταν ἔδεναν τόν λαχταριστό καρπό τους, ἔδινε καί σέ ἄλλους.

Μιά χρονιά ὅμως ἄλλαξαν τά πράγματα. Κάποιο παράσιτο τίς πρόσβαλε κι οἱ ἐλίτσες ἄρχισαν νά κιτρινίζουν καί νά χάνουν τό φύλλωμά τους. Δέν τά ἔχασε ἡ θεία Εὐγενία. Κατέφυγε στήν προσευχή ἀλλά καί στόν Πνευματικό της νά πεῖ τόν πόνο της.

«Πᾶνε τά ἐλαιόδεντρά μου, τί καρπό νά περιμένω, πάτερ μου;».

Τήν ἄκουσε ἐκεῖνος σιωπηλός κι ὕστερα μόνο τή ρώτησε:

«Πρός τά ποῦ εἶναι τό χωράφι σου;».

Ἔδειξε ἐκείνη ἀνατολικά. Στράφηκε πρός τά ἐκεῖ ὁ Γέροντας κι εὐλόγησε μέ τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ τίς ἐλίτσες, ἀπό μακριά. Αὐτό καί μόνο.

Τίς ἑπόμενες μέρες πού ἡ θεία Εὐγενία ἐπισκέφθηκε τό χωραφάκι, δέν πίστευε στά μάτια της. Τά δέντρα πῆραν νά πρασινίζουν καί μετά ἀπό λίγον καιρό στήν ὥρα τους οἱ ἐλιές ἔδεσαν καρπό. Τό πιστεύεις;

«Ὅποιος ἐμπιστεύεται τόν Θεό καί σπέρνει δοξολογία, δέχεται τή θεϊκή χαρά καί τήν αἰώνια εὐλογία». Αὐτά λέει ὁ Ἅγιός σου καί θά πρεσβεύει στόν Κύριό μας νά σοῦ προσθέσει πίστη κι ἐμπιστοσύνη στή δύναμη καί τήν ἀγάπη Του. Καί μήν ξεχνᾶς: «ἡ ἐλπίδα καί ἡ ἐμπιστοσύνη στόν Θεό, αὐξάνουν τίς ψυχικές δυνάμεις».

Ἡ Σοφία ἔπεσε στή ἀγκαλιά τῆς γιαγιᾶς. Ἔνιωσε τή μαραμένη ἐλπίδα της νά πρασινίζει καί νά ἀνθίζει… Στόν καιρό της θά καρπίσει ἐπιτυχία.


Νεκταρία