«Ἡ ἀγάπη πού δίνεις στούς ἄλλους δέν εἶναι ἕνα πεπερασμένο ἀπόθεμα πού κάποια στιγμή θά τελειώσει. Εἶναι μιά πηγή πού ὅσο πιό πολύ δίνεις, τόσο πιό πολύ γεμίζει. Καί ἡ πρώτη πηγή αὐτῆς τῆς ἀγάπης, ἡ πρώτη σου “ἐκκλησία”, εἶναι τό σπίτι σου».
τό βιβλίο τοῦ π. Ἀναστασίου Ἀλεξίου «Στό κατώφλι τοῦ Ἱεροῦ» παρακολουθοῦμε τή συζήτηση ἑνός νεαροῦ πού ἡ καρδιά του φλέγεται γιά τήν ἱερωσύνη, μέ τόν πνευματικό του. Μέσα ἀπό δώδεκα ἐπιστολές ὁ νέος τῆς ἱστορίας μας ἐκφράζει τούς φόβους καί τίς ἀγωνίες του σχετικά μέ τό ἑπόμενο βήμα τῆς ζωῆς του, νά ὑπηρετήσει τό Ἅγιο Θυσιαστήριο ἀπό τή θέση τοῦ ἱερέως. Στέκεται στό κατώφλι τοῦ Ἱεροῦ καί προσπαθεῖ νά ἠρεμήσει τήν ταραγμένη ἀπό τόν ἱερό πόθο καρδιά του. Ποιός μπορεῖ νά καθησυχάσει μιά τέτοια καρδιά; Πῶς μπορεῖς νά ἐκφράσεις μέ λόγια ἀνθρώπινα πράγματα πού οὔτε οἱ Ἄγγελοι τολμοῦν νά πλησιάσουν; Μόνο τό Ἅγιο Πνεῦμα μπορεῖ νά κατευνάσει καί νά κατευθύνει τέτοιες ἅγιες ἐπιθυμίες. Τό ζητάει ἄλλωστε καί ὁ ἱερέας σέ κάθε Θεία Λειτουργία: «Κατάπεμψον τό Πνεῦμά σου τό ἅγιον ἐφ ἡμᾶς…».
Ὁ ἱερέας πού συνομιλεῖ μέ τόν νέο, τόν καθοδηγεῖ μέ μαεστρία, φωτισμένος ἀπό τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Μέσα ἀπό τίς ἀπαντήσεις του προσπαθεῖ νά κατευνάσει τά κύματα τῶν ἀμφιβολιῶν πού ὀρθώνονται πελώρια, προσπαθώντας νά σβήσουν τήν ἱερή φλόγα πού ἄναψε ἐντός του. Χωρίς νά πιέσει, μέ ὄμορφο καί λυρικό τρόπο προσπαθεῖ νά κάνει τόν νεαρό νά καταλάβει ἄν αὐτό πού ἔχει εἶναι ἐσωτερική κλήση ἤ εἶναι ἕνας ἁπλός ἐνθουσιασμός. Γιατί, ὅπως λέει καί ὁ ἴδιος ὁ συγγραφέας στόν πρόλογο τοῦ βιβλίου, «ἄν εἶσαι νέος κι ἔχεις νιώσει ἔστω καί γιά μιά στιγμή τήν καρδιά σου νά χτυπᾶ διαφορετικά μέσα σέ μιά Θεία Λειτουργία, ἄν ἔχεις νιώσει τή ζωή σου νά σέ καλεῖ σέ κάτι “περισσότερο” χωρίς νά μπορεῖς νά τό ὀνομάσεις, ἄν ἔχεις νιώσει τή χαρά νά ἑνώνεται μέ τόν φόβο μπροστά στό Ἱερό, τότε αὐτές οἱ ἐπιστολές εἶναι γιά σένα. Δέν σοῦ ὑπόσχονται εὔκολες ἀπαντήσεις. Ἀλλά ἴσως σοῦ προσφέρουν συνοδοιπορία. Καί αὐτό στήν ἀρχή κάθε ἱεροῦ δρόμου εἶναι ἀρκετό».
Γιατί ἔτσι ξεκινάει αὐτός ὁ μοναχικός ἀλλά ἱερός δρόμος τῆς ἱερωσύνης, μέ κλήση ἄνωθεν. Κι ἄν πεῖς τό εὐλογημένο «ναί», τότε χρειάζεσαι στηρίγματα γιά νά ἀντέξεις. Καί αὐτό τό μικρό βιβλίο σοῦ ὑπόσχεται μιά τέτοια εὐλογημένη συνοδοιπορία. Μπορεῖ νά γίνει ἕνα βοήθημα σέ κάθε νέο πού θέλει νά ἀκολουθήσει αὐτό τόν δρόμο. Μπορεῖ νά γίνει λόγος ἀναβαπτισμοῦ γιά ἕναν ἱερέα, ἐνθυμούμενος τή δική του ἀγωνία, μπροστά στή δική του προσωπική Πεντηκοστή. Διαβάζεται ὅμως εὐχάριστα καί ἀπό ἀνθρώπους πού δέν ἔχουν ἀπαραιτήτως τήν ἱερατική κλήση, ἀλλά θέλουν νά ζήσουν τήν ἀγωνία καί τόν θεῖο φόβο μπροστά σέ μιά τέτοια ἁγία προοπτική.
Ἐμεῖς πού θά διαβάσουμε τό βιβλίο αὐτό, ἄς μήν ξεχάσουμε στήν προσευχή μας ὅλους αὐτούς τούς νέους πού εἶναι σ᾿ αὐτό τό μετέωρο βῆμα, νά τούς δώσει δύναμη ὁ Θεός νά πάρουν τή σωστή ἀπόφαση.
π. Ἀθανάσιος Βουρουτζῆς
Ἐφημέριος Ἱ. Ν. Ἁγίων Μαρίνης & Ἀντωνίου Σερρῶν

