Τί θά ἔκανες, ἄν ἤσουν γνωστός ἑνός μεγάλου βασιλιᾶ;
Πῶς θά ὀνειρευόσουν τή ζωή σου;
Τί θά λαχταροῦσες περισσότερο;
Δέν ξέρω τί ἀπάντηση θά ἔδινες στά παραπάνω, ἀλλά δές τί ἔκανε ἕνας νέος, πού ζοῦσε στήν Κωνσταντινούπολη στά τέλη τοῦ 4ου αἰώνα.
Τόν ἔλεγαν Ζήνωνα. Ἐπάγγελμα: ταχυδρόμος τοῦ αὐτοκράτορα. Θέση ζηλευτή, χρήματα πολλά. Τά ροῦχα του, ἀκριβά κι ἐπίσημα. Τό φαγητό του, ἐκλεκτό. Εἶχε ὅ,τι ὑλικό ἀγαθό ἐπιθυμοῦσε. Ὅμως, στό περιβάλλον του ἦταν οἱ ψυχικοί κίνδυνοι πολλοί. Οἱ μηχανορραφίες κι ἡ διαφθορά τῶν αὐλικῶν ἀλλά κι οἱ διωγμοί τῶν Ὀρθοδόξων ἀπό τόν αὐτοκράτορα στενοχωροῦσαν τήν εὐαίσθητη ψυχή του. Διότι ὁ Ζήνωνας, πού καταγόταν ἀπό τήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, εἶχε μεγαλώσει σέ εὐσεβή οἰκογένεια καί εἶχε διατηρήσει τήν ἁγνότητα τῆς ψυχῆς του καί τό ὀρθόδοξο φρόνημα. Τά πλούτη καί ἡ λάμψη τῶν ἀνακτόρων δέν τόν θάμπωναν. Ὧρες ὧρες ποθοῦσε νά ἀπαλλαγεῖ ἀπ᾿ αὐτά.
Πέρασαν τά χρόνια. Ἄναψε μέσα του ἡ ἐπιθυμία νά γίνει ἀσκητής. Δέν θά ἦταν ὁ πρῶτος… Ὁ συντοπίτης του Ἱεράρχης ἀπό τήν Καισάρεια, ὁ Μέγας Βασίλειος, εἶχε δώσει τό παράδειγμα. Ἡ αὐταπάρνησή του καί οἱ ἀγῶνες του γιά τήν Ὀρθόδοξη πίστη εἶχαν ἐντυπωσιάσει τόν Ζήνωνα. Τό ἴδιο θά ἔκανε κι ἐκεῖνος.
Ἄφησε λοιπόν τά ἀνάκτορα καί πῆγε στά βουνά τῆς Ἀντιόχειας, νά ἀσκητέψει κοντά σέ ἄλλους ἐρημίτες. Διάλεξε μιά σπηλιά. Φαγητό του: λίγο ψωμί. Ὑπάρχοντα: ἕνα κουρελιασμένο ράσο, ἕνα ἀχυρένιο στρῶμα πάνω σέ πέτρες, δυό στάμνες γιά νερό. Ἡ εἴσοδος τῆς σπηλιᾶς ἦταν πάντα ἀνοιχτή. Δέν εἶχε τίποτα νά ἀσφαλίσει ἀπό τούς κλέφτες… Κάθε Κυριακή συναντιόταν μέ ἄλλους ἐρημίτες καί μεταλάμβανε τά Ἄχραντα Μυστήρια. Κι ἔπειτα γύριζε στή σπηλιά. Ἔρχονταν κι οἱ ὧρες τοῦ πειρασμοῦ. Σήκωνε τότε τά χέρια ψηλά καί προσευχόταν: «Κύριε, γιά Σένα ἀπαρνήθηκα τά πάντα: τή θέση μου, τή δόξα, τά πλούτη. Μή μέ ἀφήσεις!». Κι ὁ Κύριος ἔχυνε φῶς στήν ψυχή του.
Ἦρθαν τά χρόνια τῆς δυναστείας τῶν Ἰσαύρων. Κάποτε, μιά συμμορία ληστῶν ἔφτασε στά περίχωρα τῆς Ἀντιόχειας. Ἤθελαν νά διώξουν τούς ἀσκητές ἀπ᾿ τόν εὐλογημένο τόπο τους. Ἔσφαξαν, ἔκλεψαν. Τά βήματα πλησιάζουν καί στή σπηλιά τοῦ Ζήνωνα. Ἄγριες φωνές ἀκούγονται: «Ψάξτε καί σ᾿ αὐτή τή σπηλιά!…».
Ὁ γέροντας ἀσκητής σηκώνει τό βλέμμα του στόν οὐρανό καί ἱκετεύει: «Κύριε, σῶσε μας».
Οἱ ληστές ψάχνουν ἀπεγνωσμένα νά βροῦν τήν εἴσοδο τῆς σπηλιᾶς. Πίσω-μπρός, πίσω-μπρός, τρέχουν μέ μανία, βαριές ἀκούγονται φωνές… «Δέν βλέπω τίποτα… πᾶμε νά φύγουμε…». Ὁ Θεός τούς εἶχε τυφλώσει! Ἔφυγαν ἄπρακτοι.
Ἔζησε ὁ Ζήνωνας σαράντα καί πλέον χρόνια στή σπηλιά. Ἀγάπησε τήν προσευχή, στήριξε τούς συνασκητές του στήν πίστη. Στό τέλος τῆς ἀσκητικῆς του ζωῆς, ἀνέθεσε στόν Ἐπίσκοπο Ἀντιοχείας νά μοιράσει στούς φτωχούς κάποια χρήματα πού εἶχε κληρονομήσει. Στά 416 μ.Χ. ἔφυγε νικητής ἀπό τόν κόσμο αὐτό, γιά νά γίνει εὐπρόσδεκτος στίς αὐλές τοῦ Οὐράνιου Βασιλέα.
Ὁ ἅγιος Ζήνων ἑορτάζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία μας στίς 10 Φεβρουαρίου. Τό 1968 ἀνακηρύχθηκε προστάτης τῶν ταχυδρομικῶν.
Νεφέλη

