Ὅσο τό σκεφτόταν, τόσο περισσότερο ἐνθουσιαζόταν. Μαρτύριο! Τί ὡραιότερο, τί περισσότερο μποροῦσε νά δώσει στόν Θεό παρά τό αἷμα του, τήν ἴδια τή ζωή του! Ἔβλεπε συνεχῶς ἐμπρός του τίς μεγάλες μορφές τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τοῦ ἁγίου Γεωργίου, ὅλων τῶν μεγαλομαρτύρων, καί ὁ ζῆλος του μέρα μέ τή μέρα αὐξανόταν. Μελετοῦσε μέ δίψα τά συναξάρια τους κι ἡ καρδιά του λές καί πετοῦσε. Ναί! Μαρτύριο! Αὐτό εἶχε γίνει τό ὅραμά του, ὁ μοναδικός του στόχος. Ὅλα τά ὑπόλοιπα τοῦ φαίνονταν μάταια, εἶχαν σβήσει ὁλότελα ἀπό τόν ὁρίζοντά του.
Μιά μέρα λοιπόν κίνησε γιά νά συμβουλευτεῖ τόν μεγάλο ἀββά πού κατοικοῦσε ἐκεῖ κοντά στήν ἔρημο.
–Εὐλογεῖτε, γέροντα!
Πρίν προλάβει κάν ὁ ἀββάς νά ἀπαντήσει, ξεχύθηκε σάν ἡφαίστειο ἀπό μέσα του ὅλος ὁ πόθος τῆς καρδιᾶς του.
–Γεροντα, θέλω νά μαρτυρήσω! Νά δώσω τό αἷμα μου γιά τόν Χριστό! Πολύ καιρό τώρα αὐτή ἡ πυρκαγιά καίει τήν καρδιά μου. Καί νιώθω στ᾿ ἀλήθεια ἕτοιμος, γέροντα, νά ἀντέξω κάθε βασανιστήριο!
Ὁ ἀββάς τόν κοίταξε διερευνητικά.
–Πολύ χαίρομαι, πάτερ μου, γι᾿ αὐτή σου τήν ἐπιθυμία. Εἶναι μεγάλη καί ἁγία. Ὅντως, δέν ὑπάρχει κάτι ἀνώτερο ἀπό τό νά δώσει ὁ ἄνθρωπος καί τό αἷμα του ἀκόμη γιά τόν Θεό. Γι᾿ αὐτό καί σοῦ δίνω εὐλογία νά προχωρήσεις, μέ τόν τρόπο ὅμως πού θά σοῦ ὑποδείξω…
Ὁ νέος μοναχός σκίρτησε ἀπό χαρά.
–Γέροντα, εὐχαριστῶ. Πές μου. Θά ἀκολουθήσω ἐπακριβῶς τίς ὁδηγίες σου!
–Εἶσαι σίγουρος; Θά εἶναι δύσκολο καί μακροχρόνιο τό μαρτύριο πού σέ περιμένει…
–Μέ τήν εὐχή σου, γέροντα, θά προσπαθήσω!
–Τό μαρτύριο, πάτερ, πού πρέπει νά ὑπομείνεις εἶναι… ὁ ἀδελφός σου. Ναί, ὁ ἀδελφός σου. Καί εἰδικά στίς δύσκολες ἐκεῖνες ὧρες. Ὅταν σέ ὑποτιμᾶ, ὅταν σέ ἀδικεῖ, ὅταν σέ ταλαιπωρεῖ, ὅταν σέ ἐξευτελίζει, ὅταν δέν σέ καταλαβαίνει, ὅταν… ὅταν… Τότε ἐσύ ὄχι μόνο νά μήν τοῦ ἀπαντήσεις, ἀλλά νά τόν ἀγαπήσεις ὡς τόν μεγαλύτερο εὐεργέτη σου. Αὐτό εἶναι τό μεγάλο καί συνεχές μαρτύριο, αὐτό εἶναι τό αἷμα πού ζητᾶ ὁ Θεός ἀπό σένα καί κάθε χριστιανό. Γιατί, νά ξέρεις, παιδί μου, ἄν κάποιος τή δύσκολη ὥρα ὑπομείνει τόν ἀδελφό του, αὐτό εἶναι ἴσο μέ τό καμίνι τῶν Τριῶν Παίδων!
Σισώης

