Νά ρίξουμε μιά ματιά σέ τοπωνύμια, καί νά δοῦμε πῶς οἱ πρόγονοί μας μέσω τῶν ὀνομασιῶν ἀπέδιδαν ἀλήθειες γιά τόν χῶρο, τόν χρόνο ἤ γεγονότα σημαντικά:
1. Ἀγχίαλος= τόπος παραθαλάσσιος. Σύνθεση τῆς λέξεως: ἄγχι (πλησίον, κοντά) + ἡ ἅλς/ τῆς ἁλός (θάλασσα).
2. Αἰγαῖον: φουρτουνιασμένο, μανιασμένο. Ἀπό τό ρῆμα ἀΐσσω, ᾆσσω, δηλ. ρίχνομαι ὁρμητικά ἤ ἀπαστράπτω σάν τό φῶς, σάν τήν αὐγή. Χρησιμοποιεῖται στά ἀρχαῖα κείμενα γιά τόν ὁρμητικό μαχητή πού χύνεται ἀσυγκράτητος πάνω στούς ἐχθρούς (π.χ. Αἰγέας, ὁ πατέρας τοῦ Θησέα).
3. Ἄραχθος: πού σηκώνει τεράστια βάρη. Ἀπό τό ρῆμα αἴρω (στόν μέλλοντα «ἀρῶ») + ἄχθος (βάρος). Γνωστός ποταμός πού παρέσερνε μεγάλους κορμούς δένδρων, πέτρες, καί ἡ βοή του ἀκουγόταν ἀπό μακριά.
4. Ἠμαθία= περιοχή ἀμμουδερή. Ἀπό τή λέξη «ἡ ἄμαθος» δηλ. ἄμ-μος τῆς πεδιάδας (ἐνῶ ἡ ἄμμος τῆς θάλασσας λέγεται «ψάμμος ἤ ψάμαθος»).
5. Πειραιεύς- ῶς= τόπος πού διευκολύνει τό πέρασμα μέσω θαλάσσης. Ἀπό τό ρῆμα περάω-ῶ, δηλ. περνάω ἀπέναντι μέ καράβι, διέρχομαι θάλασσα. Ξέρουμε ὅτι ὁ Πειραιάς εἶναι σημαντικότατο λιμάνι πού ἐξυπηρετεῖ τά ταξίδια.
6. Φάληρον: τό γεμάτο φῶς (φάος), τό ὁλόφωτο. Φάος + ληρός (γεμάτος ἀπό κάτι)→ Φά-ληρος, δηλαδή γεμάτος ἀπό φῶς.
Εὐγένιος

