Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τὸ προνόμιο τῆς μετανοίας

Η Δράση μας · Τεύχος Φεβρουαρίου 2026

Ὅλο τό περιεχόμενο τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἡ διακήρυξη γιά τόν ἄνθρωπο τοῦ δικαιώματος τῆς μετανοίας, τῆς συμφιλίωσης μέ τόν Θεό καί τῆς πίστεως στόν αἰώνιο προορισμό του. Τό δικαίωμα τῆς μετανοίας τό ἀποκτήσαμε «κατά χάριν», τή Χάρη τοῦ αἵματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, προνόμιο πού δίδεται στούς πιστούς. Πίστη καί μετάνοια συμπορεύονται.

Ὀκτακόσια χρόνια πρίν ἀπό τόν Χριστό, ὁ Θεός μέ τή φωνή τοῦ προφήτη Ἡσαΐα (κεφ. α΄ 18) προσκαλεῖ τούς ἀνθρώπους: «δεῦτε, διαλεχθῶμεν». Ἐλᾶτε νά συζητήσουμε, ἐλᾶτε νά τά βροῦμε. Αὐτή ἡ πρόσκληση συνοψίζει τήν πράξη πού καταξιώνει τήν ἀνθρώπινη ὕπαρξη καί δικαιώνει τούς πόνους καί τούς μόχθους τῆς ζωῆς. Πρόσκληση σέ μετάνοια, σέ ἀποκατάσταση στενῆς σχέσεως μέ τόν Θεό καί Πατέρα μας.

Τό κήρυγμα τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου συνοψίζεται στή λέξη «μετανοεῖτε». Ὁ Κύριος ἀρχίζει τό κήρυγμά του με τίς λέξεις: «Μετανοεῖτε καί πιστεύετε τῷ Εὐαγγελίῳ». Στούς Ἀποστόλους ἀνατίθεται νά διδάξουν στούς ἀνθρώπους τή μετάνοια καί νά ὑπηρετήσουν τό μυστήριο τῆς ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν τους. Στίς ἐπιστολές πρός τούς Ἐπισκόπους στό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως γράφεται ἡ λέξη «μετανόησον», καθόσον οἱ συνεχιστές τῶν Ἀποστόλων – ἀλλά καί ὅλοι οἱ πιστοί – καλοῦνται νά θυμίζουν εἰς ἑαυτούς καί ἀλλήλους τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί τόν δρόμο τῆς μετανοίας, τῆς συνάντησής τους μ᾿ Ἐκεῖνον.

Ὅσο ὁ ἄνθρωπος ἀγνοεῖ τόν Θεό καί «τῇ ἰδίᾳ φύσει» ἀφήνεται, χάνει τό ἐξώκτιστο κέντρο του. Ἀποδιοργανώνει τήν ψυχοσωματική του συγκρότηση, ἀμαυρώνεται τό κατ᾿ εἰκόνα, χάνει τήν ὁρμή του πρός τό «καθ᾿ ὁμοίωσιν». Ἀπό θεολογικό ὄν ξεπέφτει σέ βιολογικό ὄν. Ὑποδουλώνεται στίς ἀνάγκες, καταδέχεται νά λέγεται ζῶο. Τό ζῶο δέν ξέρει νά μετανοεῖ. Μακριά ἀπό τόν Θεό ἡ ψυχή ζητάει νά τραφεῖ ἀπομυζώντας τό σῶμα. Ἔτσι γεννιοῦνται τά ψυχικά πάθη. Στήν προχωρημένη κατάσταση τῆς ἁμαρτωλότητας ὁ «νοῦς» γίνεται «χοῦς», καταποντίζεται στήν ὑλικότητα καί φτάνει νά νεκρώνει τή συνείδησή του.

Ὅσες φορές πάλι ὁ ἄνθρωπος φέρεται σάν μιά παραγωγική μονάδα, μιά μηχανή, συχνά πιό ἀτελής ἀπό τίς μηχανές του, δέν ξέρει νά μετανοεῖ, γιατί οἱ μηχανές δέν μετανιώνουν. Ἡ μετάνοια δέν εἶναι φιλοσοφία, εἶναι ἡ μόνη σοφία. Δέν εἶναι γνώση, εἶναι πράξη καί βίωμα προσωπικό καί ἀμεταβίβαστο. Εἶναι ἡ πνευματική διαύγεια πού γεννάει τό θαῦμα στήν ψυχή τοῦ Πέτρου πού γονατιστός ζητάει νά βγεῖ ὁ Χριστός ἀπό τή βάρκα του, ἐπειδή εἶναι ἄνθρωπος ἁμαρτωλός.

***

Πατερικές ἀλλά καί συγχρόνων θεολόγων καταγραφές, ὅπως οἱ παραπάνω, γιά τή μετάνοια ἐμπνέονται καί ἀποδίδονται στίς τέσσερις πρῶτες Κυριακές τοῦ Τριωδίου, πού γιορτάζουμε τόν φετινό Φεβρουάριο.

Τό πρῶτο στοιχεῖο μετανοίας εἶναι ἡ στροφή στόν ἑαυτό μας, ὅπως τοῦ τελώνη πού χτυπάει τό στῆθος του καί λέει: «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ». Ὕστερα τοῦ πεινασμένου παιδιοῦ, πού θυμᾶται τόν πατέρα του καί τούς μισθωμένους ὑπηρέτες στό πατρικό του σπίτι, μέ πόνο καί ἐλπίδα. Αὐτά ὁδηγοῦν στήν ἐπιστροφή, στό πέρασμα ἀπό τήν αὐτονομία στήν ὑποταγή. Εἶναι τό: «Πάτερ, ἥμαρτον… ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου», πού λέει ὅταν ἔρχεται στόν ἑαυτό του καί ἐπιστρέφει στόν πατέρα του.

Ἡ ἁμαρτία μας, ὅμως, δέν εἶναι μόνο οἱ λίγες ἤ οἱ πολλές, ἀντίθετες μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ πράξεις μας, ἀλλά τό κατάντημα τοῦ ἀνθρώπου νά ἀγνοεῖ καί νά περιφρονεῖ τό θεῖο Θέλημα. Γι᾿ αὐτό καλούμεθα νά μετανοήσουμε, ὄχι μόνο γι᾿ αὐτά πού κάναμε, ἀλλά κυρίως γι᾿ αὐτά πού δέν κάναμε, μάλιστα στούς ἐλάχιστους ἀδελφούς τοῦ Χριστοῦ, πού θά μᾶς κρίνουν στή μέλλουσα κρίση.

Ἡ μετάνοια κορυφώνεται στόν θρῆνο τοῦ Ἀδάμ ἀπέναντι στόν χαμένο παράδεισο. Ἕναν θρῆνο πού κυοφορεῖ αἰῶνες μετά τήν μετά τοῦ Χριστοῦ συνανάστασή του.

***

Ὕψιστο παράδειγμα ὁλοκληρωμένης μετάνοιας στήν κατάληξη τοῦ Τριωδίου ἀποτελεῖ τό «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου», πού ἐκστομίζει ὁ συσταυρωμένος στά δεξιά τοῦ Χριστοῦ ληστής. Αὐτές οἱ λέξεις εἶναι ὅλη ἡ Θεολογία, εἶναι ἀπολογία καί ὁμολογία. Ποῦ τά ἔμαθε αὐτά ὁ ληστής; Ἡ θέα τοῦ Χριστοῦ γεννάει τήν ἀξεπέραστη φράση του στόν συσταυρωμένο ληστή «ἡμεῖς… ἄξια γάρ ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνομεν». Τό φῶς τῆς αὐτογνωσίας τόν ὁδηγεῖ στή Θεογνωσία. Βλέπει Βασιλέα τόν αἱμόφυρτο, κρεμασμένο πού πεθαίνει δίπλα του, βλέπει τήν Ἀλήθεια στό μέλλον. Βλέπει τήν ὑψηλότερη προοπτική πού ἔχει ὁ Θεός γιά τόν ἄνθρωπο, γι᾿ αὐτό φτάνει νά ζητάει: Θυμήσου με στή βασιλεία Σου, στήν κρυμμένη αὐτή τήν ὥρα δόξα Σου.

Ὁ Χριστός ἀπό τόν Σταυρό δέν ἀπάντησε σέ κανέναν ἄνθρωπο. Στόν ληστή ἀπάντησε: «Ἀμήν λέγω σοι, σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ».

Σ᾿ αὐτόν τόν ἀσύλληπτο προορισμό στοχεύει τό προνόμιο τῆς μετανοίας: στό «σύν Χριστῷ εἶναι», στόν παράδεισο.