Διαβάζοντας κανεὶς ἐγκωμιαστικὰ κείμενα Ἁγίων καὶ ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων ποὺ ἀναφέρονται στὸν ἅγιο Δημήτριο, μένει ἔκπληκτος γιὰ τὰ ὅσα βρίσκει στὰ κείμενα αὐτά. Γιὰ παράδειγμα ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς σὲ μία ὁμιλία του ποὺ ἐπιγράφεται «εἰς τὸν Ἅγιον Δημήτριον» λέει ὅτι ὁ μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ Δημήτριος ἦταν ὁ τελειότερος ἄνθρωπος στὴν ἐποχή του· καὶ ὅτι ἐνῶ εἶχε ὕψιστα ἀξιώματα ὡς ὕπατος τῆς Θεσσαλονίκης, δὲν τὸν κέρδιζαν οὔτε τὰ ἀξιώματα αὐτά, οὔτε τὰ χρήματα, οὔτε οἱ ἡδονές. Ἀλλὰ ἔμεινε τόσο καθαρὸς καὶ ταπεινός, ἐνῶ εἶχε τόσα χαρίσματα καὶ ἐξουσίες. Γι’ αὐτὸ καὶ προσείλκυε κοντά του ἀμέτρητους νέους, τοὺς σαγήνευε, τοὺς ἐνέπνεε, τοὺς κατηχοῦσε!
Σὲ ἄλλο πάλι ἐγκωμιαστικὸ κείμενο τοῦ Κωνσταντίνου Ἀρμενοπούλου ἀναφέρεται ὅτι ὁ ἅγιος Δημήτριος τὶς νύχτες ἔβγαζε τὰ ἐπίσημα ἐνδύματά του, κατέβαινε ἄφοβα στὶς ὑπόγειες στοὲς καί μετέδιδε στοὺς νέους τὴ διδασκαλία τῆς πίστεως. Οἱ δὲ νέοι τῆς Θεσσαλονίκης σὰν διψασμένα ἐλάφια ἔτρεχαν κοντά του νὰ δροσισθοῦν καὶ ἀπολάμβαναν «τὰ γλυκὰ λόγια του».
Ἀπορεῖ κανεὶς καὶ γιὰ τὰ ὅσα γράφει πρὸς τὸν ἅγιο Δημήτριο ὁ μοναχὸς καὶ φιλόσοφος Συμεών: «Δημήτριε, σὰν ἥλιος διέλυες τὸ νυχτερινὸ σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρίας μὲ τὶς ἀστραπὲς τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ. Ἔχω λυγίσει περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν ἀγάπη μου γιὰ σένα, καὶ ἐπιθυμῶ πιὸ πολὺ νὰ ἀναπνέω ἐσένα παρὰ τὰ πιὸ εὐωδιαστὰ ἀρώματα».
Πολὺ περισσότερο μένει κανεὶς ἐκστατικός, ὅταν διαβάζει στὰ κείμενα τοῦ ἁγίου Συμεὼν Θεσσαλονίκης ὅτι, «ὅταν ὁ Δημήτριος μιλοῦσε στοὺς νέους, τὸ πρόσωπό του ἀκτινοβολοῦσε φῶς ἀστραφτερό».
Γι’ αὐτὸ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἔλεγε γι’ αὐτόν: «Οὐδεὶς εἶχεν ἀντιστῆναι τῇ τοῦ Δημητρίου σοφίᾳ καὶ τῷ πνεύματι ᾧ ἐλάλει». Κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ ἀντισταθεῖ στὴ σοφία του καὶ στὸ πνεῦμα μὲ τὸ ὁποῖο μιλοῦσε.
Ποιό ἦταν λοιπὸν τὸ μυστικὸ τῆς ἀκαταμάχητης δυνάμεώς του;
Μήπως ἡ ἀθλητική του ὡραιότητα ἢ ἡ φυσική του ὀμορφιά; Μήπως τὰ χαρίσματα ποὺ τοῦ χάρισε ὁ Θεὸς ἢ τὰ ἀξιώματα ποὺ εἶχε;
Ποῦ ἔβρισκε αὐτὴ τὴν φλόγα; Πῶς ἐνέπνεε τόσους νέους;
Δὲν μποροῦμε εὔκολα νὰ ἀπαντήσουμε. Διότι γιὰ νὰ κατανοήσει κανεὶς ἕναν Ἅγιο, πρέπει νὰ ἔχει καὶ ὁ ἴδιος κάποια μικρὴ ἔστω ἐμπειρία ἁγιότητος. Ἑπομένως πρέπει νὰ ψάξουμε νὰ δοῦμε πῶς ἐξήγησαν τὸ μυστήριό του οἱ Ἅγιοι ποὺ τὸν ἀγάπησαν πολύ· διότι μόνον αὐτοὶ θὰ μποροῦσαν νὰ τὸν κατανοήσουν καλύτερα καὶ βαθύτερα…
Ποῦ λοιπὸν κρυβόταν τό μεγαλεῖο του;
Τὸ πρῶτο μυστικὸ τῆς ἀκαταμάχητης δυνάμεώς του μᾶς τὸ ἀποκαλύπτει ὁ ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος ἐξηγεῖ πὼς αὐτὸ κρυβόταν στὸ ὅτι ἀγάπησε μὲ ὅλη τὴν καρδιά του τὸν Χριστό· καὶ ὅτι ἀπὸ τὴν μικρή του ἡλικία ἀφιέρωσε ὅλο τὸν ἑαυτό του σ’ Αὐτόν. Πυρπολήθηκε ἀπὸ τὸν θεῖο πόθο ὁ Δημήτριος.
Ποιός ὅμως τοῦ ἔμαθε νὰ ἀγαπᾶ τὸν Χριστό; Καὶ τί σχέση εἶχε μὲ Ἐκεῖνον; Καὶ πῶς ἔφθασε νὰ γίνει τόσο ἀφοσιωμένος στὸν Κύριο;
Ὅταν ὁ Νέστορας κραύγαζε μέσα στὸ στάδιο «Θεὲ τοῦ Δημητρίου, βοήθει μοι», ἀποκάλυπτε ἄθελά του πόσο πολὺ ὁ Δημήτριος ἀγαποῦσε τὸν Θεό. Ἀποκάλυπτε ὅτι στὸ πρόσωπο τοῦ Δημητρίου ἔβλεπε τὸν ἴδιο τὸν Θεό.
Διότι ὁ μάρτυς Δημήτριος μιμήθηκε τὸν Χριστό, ἔγινε ὅλος «Χριστός». Ἡ καρδιά του παλλόταν ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό. Αὐτὴν τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ διοχέτευε στὶς νεανικὲς ψυχές. Μ’ αὐτὴ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ εἵλκυε στρατιὰ ὁλόκληρη νέων, τοὺς ἔβαζε στὰ φτερά του καὶ τοὺς ἀνέβαζε στὸν οὐρανό. Τοὺς μάθαινε πόσο ὄμορφη εἶναι ἡ ἀρετή, ἡ ἁγιότητα, τὸ φῶς, ὁ Χριστός.
Τὸ μυστικὸ τῆς ἀκαταμάχητης δυνάμεώς του τὸ ὑπογραμμίζει καὶ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς. Λέει ὅτι ἦταν ἡ ἀστραφτερὴ καθαρότητα ποὺ εἶχε. Καὶ ἐξηγεῖ ὅτι ὁ Δημήτριος ἦταν πανέμορφος καὶ στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή. Ἀπὸ παιδὶ εἶχε ὅλες τὶς ἀρετές, ἦταν σὲ ὅλα παρθένος καὶ πάναγνος. Ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια δὲν καταδέχθηκε νὰ σκεφθεῖ ἢ νὰ κάνει τίποτε ποὺ δὲν τὸ ἤθελε ὁ Θεός. Καὶ ὅταν εἶδε ὁ Κύριος τὸ νοερὸ καὶ ἀθέατο κάλλος του, ἦλθε καὶ σκήνωσε μέσα του. Τὸν βρῆκε νὰ ἔχει ἀστραφτερὴ καθαρότητα. Καὶ διαπίστωσε ὅτι «δὲν ὑπῆρχε κανένας ὅμοιός του πάνω στὴ γῆ»· ἦταν ἀνώτερος σὲ λάμψη ἀπὸ ὅλους. Ἦταν «λελαμπρυσμένος τῇ θείᾳ χάριτι»· ἔλαμπε καὶ φώτιζε. Τὸ μύρο ποὺ διοχέτευσε ὁ Χριστὸς στὴν ψυχή του, ἔτρεχε πλέον ἀπὸ τὰ χείλη του καὶ σκόρπιζε εὐωδία στοὺς γύρω του.
Ἕνας ἄγγελος ἦταν μέσα στὴν ὀμορφιὰ καὶ τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ.
Τὸ μύρο του ἦταν τὸ ξεχείλισμα τῆς ἁγνότητός του.
Ἐπειδὴ μιμήθηκε τὸν Ἰησοῦ Χριστό, ἀπέκτησε ὅλες τὶς ἀρετές του. Τὰ μάτια του ἔγιναν μάτια τοῦ Χριστοῦ, ὁ νοῦς του νοῦς Χριστοῦ, τὸ στόμα του στόμα Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸ σαγήνευε, φλόγιζε, στήριζε, ἐνέπνεε.
Ἂς παρακαλέσουμε λοιπὸν κι ἐμεῖς τὸν μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ Δημήτριο νὰ μᾶς μάθει ν᾿ ἀγαπᾶμε τὸν Χριστό, νὰ ποθοῦμε τὸν οὐρανό, νὰ ζοῦμε μέσα στὸ φῶς καὶ τὴ λάμψη του. Νὰ ποθήσουμε κι ἐμεῖς αὐτὴ τὴν οὐράνια ὀμορφιὰ καὶ τὸ μεγαλεῖο του, τὴ λάμψη του, τὸ φῶς του, νὰ λαχταροῦμε οὐρανό, νὰ ζοῦμε σὰν οὐράνιοι ἄνθρωποι καὶ ἐπίγειοι ἄγγελοι.
Ποῦ κρυβόταν τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἁγίου Δημητρίου;

