Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πατρίδα μας ὁ οὐρανός!

Ο Σωτήρ · Τεύχος 15 Ιουνίου 2026

Παράδοξη, ἀσυνήθιστη ἡ ζωὴ τῶν Χριστιανῶν.
Κι ἂν δὲν εἶναι ἔτσι, τουλάχιστον γνωρίζουμε ὅτι ἔτσι πρέπει νὰ εἶναι. Παράδοξη, διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ ζωὴ τῶν ἄλλων.

Ἡ πρώτη καὶ βασικὴ διαφορά, ποὺ ἔχει ἡ ζωὴ τῶν Χριστιανῶν σὲ σχέση μὲ τὴ ζωὴ τῶν ὑπόλοιπων ἀνθρώπων, εἶναι ἡ πατρίδα τους. Μᾶς περιγράφει αὐτὴ τὴν πραγματικότητα πολὺ γλαφυρὰ τό − ἄγνωστου συντάκτη − ὑπέροχο πρωτοχριστιανικὸ κείμενο «Πρὸς Διόγνητον Ἐπιστολὴ» στὸ 5ο κεφάλαιό του. Ἡ περιγραφή του εἶναι ἐνδεικτικὴ τοῦ ἤθους καὶ τοῦ τρόπου ζωῆς τῶν πρώτων Χριστιανῶν, ἤθους καὶ τρόπου ζωῆς ποὺ ἀποτελοῦν στόχους καὶ γιὰ ἐμᾶς, τοὺς Χριστιανοὺς τοῦ 21ου αἰώνα. 

«Χριστιανοὶ γὰρ οὔτε γῇ οὔτε φωνῇ οὔτε ἔθεσι διακεκριμένοι τῶν λοιπῶν εἰσιν ἀνθρώπων. οὔτε γάρ που πόλεις ἰδίας κατοικοῦσιν, οὔτε διαλέκτῳ τινὶ παρηλλαγμένῃ χρῶνται, οὔτε βίον παράσημον ἀσκοῦσιν. (…) κατοικοῦντες δὲ πόλεις ἑλληνίδας τε καὶ βαρβάρους, ὡς ἕκαστος ἐκληρώθη, καὶ τοῖς ἐγχωρίοις ἔθεσιν ἀκολουθοῦντες (…)».

Δὲν ζοῦν σὲ κάποιο ἰδιαίτερο, ξεχωριστὸ τόπο οἱ Χριστιανοί, μᾶς διαβεβαιώνει ὁ συγγραφέας τῆς Ἐπιστολῆς. Οὔτε ἔχουν διαφορετικὰ ἔθιμα, διαφορετικὴ γλώσσα, διαφορετικὴ διάλεκτο, διαφορετικὲς πόλεις νὰ κατοικοῦν. Κατοικοῦν σὲ ὅποια πόλη ἔλαχε στὸν καθένα καὶ ἀκολουθοῦν τὶς συνήθειες τοῦ τόπου τους καὶ στὴν ἐνδυμασία καὶ στὸ φαγητὸ καὶ στὶς ὑπόλοιπες πτυχὲς τοῦ βίου.

Ποιά εἶναι ὅμως ἡ μεγάλη τους διαφορά; Ὄντως οἱ Χριστιανοὶ κατοικοῦν ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, στὸν τόπο ποὺ τοὺς ὅρισε ὁ Θεός, καὶ ζοῦν μὲ παρόμοιο τρόπο ζωῆς. Τί εἶναι λοιπὸν αὐτὸ ποὺ τοὺς ξεχωρίζει; Γιατί μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ πατρίδα τους εἶναι ἄλλη καὶ ὄχι αὐτὴ στὴν ὁποία κατοικοῦν; Γιατί μποροῦμε νὰ θεωρήσουμε τοὺς Χριστιανοὺς ὡς «ἐξόριστους» στὸν ἴδιο τους τὸν τόπο; Μήπως ἐπειδὴ δὲν ἀποδέχονται τὸν τόπο ποὺ τοὺς ὅρισε ὁ Θεός; Μήπως ἐπειδὴ ἐπιζητοῦν διαρκεῖς μετακινήσεις, γιὰ νὰ βροῦν μιὰ καλύτερη ζωὴ κάπου μακριά; Ἡ πραγματικότητα δὲν μαρτυρεῖ κάτι τέτοιο. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ ζοῦν ὁ καθένας στὸν τόπο του, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἡ καρδιά τους εἶναι στὴν πραγματικὴ κοινὴ Πατρίδα ὅλων μας. Ἐκεῖ εἶναι ἡ καρδιά τους, ἐκεῖ εἶναι καὶ ὁ προορισμός τους.

Συνεχίζει ὁ ἄγνωστος θεοκίνητος συν­τάκτης τῆς Ἐπιστολῆς:

«Πατρίδας οἰκοῦσιν ἰδίας, ἀλλ’ ὡς πάροικοι· μετέχουσι πάντων ὡς πολῖται, καὶ πάνθ’ ὑπομένουσιν ὡς ξένοι».

Οἱ Χριστιανοὶ δηλαδὴ μένουν στὴν ἐπίγεια πατρίδα τους, ἀλλὰ σ’ αὐτὴ ζοῦν ὡς περαστικοί. Γνωρίζουν ὅτι δὲν ἀρχίζει καὶ ὅτι δὲν τελειώνει ἡ ζωή μας ἐδῶ. Εἴμαστε ὅλοι περαστικοί, γιὰ ὅσα χρόνια ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς νὰ πορευόμαστε πάνω στὸν φιλόξενο πλανήτη μας μὲ τὸ ὑλικό μας σῶμα. Συμμετέχουν, λέει ἡ «Πρὸς Διόγνητον Ἐπιστολή», σὲ ὅλα οἱ Χριστιανοὶ ὡς πολίτες αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀλλὰ ὅλα τὰ ὑπομένουν σὰν νὰ εἶναι ξένοι. Ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἐργασία τους, μὲ τοὺς συγγενεῖς τους, μὲ τὶς ἀνάγ­κες καὶ τὴν πρόοδο τοῦ τόπου τους, μὲ ὅλα. Ἀλλὰ ὅλα τὰ δεινά, τὶς κακουχίες, τὶς στερήσεις, τὶς ἀσθένειες, τὶς δυσκολίες, τὶς ἀποτυχίες, τὰ ἀντιμετωπίζουν ὡς ξένοι σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο, ξένοι καὶ στὸν ἴδιο τὸν τόπο τους. Τίποτα δὲν τοὺς καταβάλλει, δὲν τοὺς ἀποπροσανατολίζει, δὲν τοὺς ὁδηγεῖ σὲ κατάρρευση.

«Πᾶσα ξένη πατρίς ἐστιν αὐτῶν, καὶ πᾶσα πατρὶς ξένη», συνεχίζει ὁ συντάκτης τῆς Ἐπιστολῆς, κορυφώνοντας τώρα τὰ νοήματα. Κάθε τόπος ξένος εἶναι πατρίδα τους, καὶ κάθε πατρίδα ξένος τόπος! Οἱ Χριστιανοὶ γνωρίζουν ὅτι κάθε τόπος εἶναι τοῦ Θεοῦ δημιούργημα, ὁ δὲ Κύριος εἶναι παρὼν καὶ σ’ αὐτόν. Ὅπου λοιπὸν καὶ ἂν βρεθοῦν, δὲν νιώθουν ὅτι βρίσκονται σὲ ξένο τόπο, ἀφοῦ ἐκεῖ εἶναι ὁ Θεός. Ἀλλὰ καὶ ὁ τόπος ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ «κατὰ κόσμον» πατρίδα τους, εἶναι ξένος γι’ αὐτούς· δηλαδὴ δὲν τοὺς δεσμεύει, δὲν προσκολλῶνται σ᾿ αὐτόν. Πατρίδα τῶν Χριστιανῶν εἶναι ὁ Οὐρανός! Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ Πατρίδα ὅλων ὅσοι ἀκολουθοῦν τὸν Θεό. Ἐκείνης τῆς Πατρίδας εἴμαστε «νοσταλγοὶ» καὶ σ᾿ αὐτὴν ποθοῦμε μὲ πόθο μεγάλο νὰ ἐπιστρέψουμε. Ὅσο δὲ βρισκόμαστε μακριὰ ἀπὸ τὸν Οὐρανό, νιώθουμε ἐξόριστοι ἐδῶ στὴ γῆ καὶ ξένοι. Ἔτσι ἐξηγεῖται τὸ πῶς οἱ Ἅγιοι δὲν ἀπελπίζονταν, ὅταν ἐξορίζονταν γιὰ τὴν πίστη τους σὲ κάθε ἀπόμακρη γωνιὰ τοῦ πλανήτη μας.

Ἂς θυμηθοῦμε τὴν περίφημη ἀπάντηση τοῦ Μεγάλου Βασιλείου στὴν ἀπειλὴ τοῦ ὕπαρχου Μόδεστου, ὑψηλόβαθμου ἀξιωματούχου στὴν Ἀνατολή, ὅτι θὰ τὸν ἐξορίσει: «Δὲν ὑπολογίζω τὴν ἐξορία, ἐγὼ ποὺ δὲν περιορίζομαι σ᾿ ἕναν τόπο καὶ δὲν ἔχω δικό μου οὔτε τὸ μέρος, ὅπου τώρα κατοικῶ, κάθε δὲ μέρος εἶναι δικό μου, ὅπου κι ἂν βρεθῶ· ἢ μᾶλλον ὅλη ἡ γῆ εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ ἐγὼ σ᾿ αὐτὴν πάροικος καὶ περαστικὸς εἶμαι»(*). Σ᾿  αὐτὰ τὰ πλαίσια γίνεται ἀκόμη περισσότερο κατανοητό, τὸ πόσο χαρούμενοι ἔσπευδαν στὸ μαρτύριο οἱ ἅγιοι Μάρτυρες, γιὰ νὰ συναντήσουν τὸν δρόμο ποὺ θὰ τοὺς ἔφερνε στὸν πολυπόθητο προορισμό τους. Ἔτσι κατανοεῖται καὶ ἡ ἑπόμενη διατύπωση τοῦ σπουδαίου πρωτοχριστιανικοῦ συγγράμματος:

«(Οἱ Χριστιανοί) ἐπὶ γῆς διατρίβουσιν, ἀλλ’ ἐν οὐρανῷ πολιτεύονται». Στὴ γῆ κατοικοῦν, στὴ γῆ ζοῦν, ἀλλὰ οὐράνια εἶναι ἡ πολιτεία τοῦ βίου τους. Ζοῦν σὲ ἐπίγεια πατρίδα, ἀλλὰ τὴ ζωή τους ρυθμίζει ἡ πραγματική τους Πατρίδα, ἡ Πατρίδα ὅλων μας, στὴν ὁποία ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς δεχθεῖ στὸν εὔθετο χρόνο. Πατρίδα μας εἶναι ὁ Οὐρανός!

(*) «Ἐξορίαν δὲ οὐ γινώσκω, ὁ μηδενὶ τόπῳ περιγραπτὸς καὶ μήτε ταύτην ἔχων ἐμὴν ἣν οἰκῶ νῦν, καὶ πᾶσαν ἐμὴν εἰς ἣν ἂν ριφῶ· μᾶλλον δὲ τοῦ Θεοῦ πᾶσαν, οὗ πάροικος ἐγὼ καὶ παρεπίδημος» (Γρηγορίου Θεολόγου, ΕΠΕ 6, Ἐπιτάφιος εἰς Μέγαν Βασίλειον, § 49).