Στὸν μεγαλοπρεπέστατο, συνάμα καὶ δυσνόητο 67ο Ψαλμὸ ὁ ἔνθεος λυράρης τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, προφήτης καὶ βασιλιὰς Δαβίδ, ἐκθέτει μὲ ἔντονο λυρισμὸ καὶ ἐπιβλητικὲς ἐκφράσεις τὶς θαυμαστὲς νίκες ποὺ κατήγαγε ὁ ἅγιος Θεὸς ὑπὲρ τοῦ λαοῦ του καθ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς Ἱστορίας. Σὰν κάποιος ἐπιφανὴς στρατηγός, ἀόρατος στρατάρχης τοῦ Ἰσραήλ – περιγράφει ὁ Ψαλμωδός – ὁ Θεὸς ἔβγαινε μαζὶ μὲ τὰ στρατεύματα τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ του, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τοὺς ἐχθρούς, ποὺ κάθε φορὰ ἀπειλοῦσαν τὴν ὑπόστασή του. Ἐξάλλου, ὁ Ἴδιος πάλι ἦταν, ὅταν ὁ λαός του διάβαινε τὶς ἐρήμους στὴν ἐξαντλητικὴ πορεία του ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο πρὸς τὴ γῆ τῆς Ἐπαγγελίας. Αὐτὸς πορευόταν μπροστά του, ἐπικεφαλῆς, καὶ μὲ θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις τοὺς ὁδηγοῦσε πρὸς τὸ τέρμα τῆς πορείας τους. Ὁ Ἴδιος, καὶ ὅταν ἀργότερα τὰ στρατεύματα τοῦ Ἰσραήλ, ἀκολουθώντας τὴν Κιβωτὸ τῆς Διαθήκης, ἔβγαιναν νὰ ἀντιμετωπίσουν τοὺς εἰδωλολατρικοὺς λαούς. Καὶ πάλι, κάνοντας ἐμφανὴ τὴν παρουσία του μέσω τῆς Κιβωτοῦ, τοὺς ἐξασφάλιζε περιφανὴ νίκη, προκαλώντας τους συνάμα αἰσθήματα χαρᾶς καὶ πανηγύρεως, καθὼς ἐπέστρεφαν νικητὲς πρὸς τὸν λόφο τῆς Σιὼν μὲ ὕμνους καὶ ὠδὲς καὶ ἀλαλαγμούς. Ὅλα αὐτὰ τὰ περιγράφει ὁ Δαβὶδ στὸν Ψαλμό του.
Ἡ ἀνασκόπηση αὐτὴ καὶ ἀνάμνηση τῶν ἱστορικῶν γεγονότων, καθὼς καὶ τῶν ἰδιαίτερων συνθηκῶν καὶ τρόπων, μὲ τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ἔδειχνε τὴν παρουσία του καὶ τὴν ἰδιαίτερη πρόνοια πρὸς τὸν λαό του, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸς κακουχοῦνταν καὶ ταλαιπωροῦνταν, κάνει τὸν Δαβὶδ νὰ προβεῖ σὲ μία μεγαλειώδη ρήση:
«Ἐθεωρήθησαν αἱ πορεῖαί σου, ὁ Θεός, αἱ πορεῖαι τοῦ Θεοῦ μου τοῦ βασιλέως τοῦ ἐν τῷ ἁγίῳ» (στίχ. 25). Εἴδαμε, λέει, καὶ κατανοήσαμε, Θεέ, τὶς πορεῖες σου· τὰ θαυμαστὰ ἔργα ποὺ ἐπιτέλεσες Ἐσὺ γιὰ χάρη μας. Ἐσύ, ποὺ εἶσαι ὁ Βασιλιάς μας καὶ κατοικεῖς στὸν ἅγιο ναό σου στὴ Σιών.
Οἱ πορεῖες τοῦ Θεοῦ!
Τί μεγαλεῖο! Ἔχει λοιπὸν ὁ Θεὸς τὶς πορεῖες του. Πορεύεται ὁ Θεός· ὄχι μόνο τότε, κοντὰ στὸν ἰσραηλιτικὸ λαό. Πάντοτε ὁ Θεὸς πορεύεται. Πορεύεται διαμέσου τῆς Ἱστορίας. Δὲν ὑπάρχει στιγμὴ τῆς Ἱστορίας ποὺ ὁ Θεὸς νὰ μὴν πορεύεται. Πορεύεται ὁ Θεὸς δίπλα στὸ πλάσμα του, τὸν ἄνθρωπο, μὲ σκοπὸ μεγάλο: νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴ σωτηρία.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ πορεῖες τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν Ἱστορία, εἴτε τῶν λαῶν εἴτε τοῦ καθενὸς προσωπικά, εἶναι μεγάλες. Ὁ Θεὸς εἶναι «ὁ ποιῶν μεγάλα καὶ ἀνεξιχνίαστα, ἔνδοξά τε καὶ ἐξαίσια, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός» (Ἰὼβ ε΄ 9).
Μεγάλες οἱ πορεῖες τοῦ Θεοῦ· σίγουρες, ἀσφαλεῖς. Δὲν ἔπαψε ὁ Θεὸς νὰ βηματίζει πάνω στὴ γῆ, μέσα στὴν Ἱστορία· καὶ νὰ τὰ κατευθύνει ὁ Παντοκράτορας ὅλα πρὸς τὸν ἔσχατο σκοπό τους: τὴν «“ἀνακεφαλαίωση” τῶν πάντων ἐν τῷ Χριστῷ» (Ἐφ. α΄ 10). Ἐκεῖ ὅπου ὅλα θὰ λάβουν τὴν ὁλοκλήρωσή τους, τὴν τελείωσή τους, θὰ φθάσουν στὸν σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο δημιουργήθηκαν.
Εἶναι μεγάλες οἱ πορεῖες τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ, ἀλλά, δυστυχῶς, μικροὶ ἐμεῖς. Γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν τὶς «θεωροῦμε». Δὲν μποροῦμε νὰ τὶς κατανοήσουμε. Καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀνησυχοῦμε, ἀγωνιοῦμε, πιεζόμαστε, περιδινούμαστε στοὺς κύκλους τοῦ χρόνου, τῶν γεγονότων, τῆς καθημερινῆς εἰδησεογραφίας, τῆς συνεχοῦς πληροφορήσεως, χωρὶς νὰ μποροῦμε νὰ σταθοῦμε κάπου ἔξω καὶ μακριὰ ἀπὸ ὅλα αὐτά, πάνω ἀπὸ τὰ γεγονότα, γιὰ νὰ δοῦμε καὶ νὰ κατανοήσουμε. Νὰ κατανοήσουμε τί κάνει ὁ Θεός, νὰ ἐρευνήσουμε τὶς πορεῖες τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο καὶ νὰ θαυμάσουμε…
Ὅμως ἡ Γραφὴ διαβεβαιώνει ὅτι εἶναι δυνατὸν αὐτὸ νὰ γίνει, γιὰ ὅποιον τὸ θελήσει. Στὴν ἐποχὴ τῆς Χάριτος ποὺ ζοῦμε, τὸ Πανάγιο Πνεῦμα χαρίζει καὶ αὐτὴ τὴ δωρεὰ στὸν ἄνθρωπο ποὺ θὰ θελήσει νὰ τεθεῖ ὁλοκληρωτικὰ κάτω ἀπὸ τὶς ἐπιταγές του. Ὁ ἄνθρωπος τότε γίνεται «πνευματικὸς» καὶ «ἀνακρίνει πάντα» (Α΄ Κορ. β΄ 15). Ὅλα μπορεῖ νὰ τὰ διακρίνει, νὰ τὰ «θεωρεῖ», νὰ τὰ κατανοεῖ.
Ἀλλὰ «πνευματικὸς» μπορεῖ νὰ νοηθεῖ μόνο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀρθεῖ πάνω ἀπὸ τὰ γήινα τέλματα. Αὐτὸς ζεῖ «ἐν σαρκί», ἀλλ᾿ «οὐ κατὰ σάρκα» (βλ. Β΄ Κορ. ι΄ 3). Δὲν ἐπενδύει στὶς ἐφήμερες ἀπολαύσεις καὶ τὶς ἡδονὲς τῶν αἰσθήσεων, ἀλλὰ μὲ τὴν «κατὰ Θεὸν» ζωή του, τὴν ἐγκράτεια καὶ ἄσκηση, ἔχει ἐνεργοποιήσει τὰ πνευματικά του αἰσθητήρια, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ συλλαμβάνουν τὶς θεϊκὲς «συχνότητες», τὰ μηνύματα τοῦ Θεοῦ, τὰ ἴχνη τοῦ Θεοῦ μὲς στὴν Ἱστορία. Ἡ ζωντανή του πίστη, ὡς ἀδιάκοπη κοινωνία μὲ τὸν Κύριο, τοῦ ἔχει ἀνοίξει τοὺς ψυχικοὺς ὁρίζοντες, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ βλέπει πολὺ πλατιὰ καὶ μακριά.
Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἄνθρωπος τοῦ Πνεύματος δὲν ἀνησυχεῖ. Οὔτε φέρεται μικρόψυχα καὶ σπασμωδικά, ἀγόμενος καὶ φερόμενος ἀπὸ τὰ γεγονότα. Δὲν βρίσκεται κάτω ἀπὸ ἀγωνιώδη μέριμνα γιὰ τὸ προσωπικό του μέλλον καὶ τὴ γενικὴ πορεία τοῦ κόσμου. Δὲν ταράζεται.
«Θεωρεῖ» καὶ κατανοεῖ. Σὰν ἀπὸ κάποια κορυφὴ βουνοῦ ἀτενίζει μὲ ἡγεμονικὸ βλέμμα τὶς ὁποιεσδήποτε μεταβολὲς τῶν καιρῶν, τὶς κυμάνσεις τῆς Ἱστορίας. Καὶ εἶναι σὲ θέση μέσα ἀπ’ ὅλα νὰ ἐρευνᾶ τὶς πορεῖες τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ καὶ νὰ θαυμάζει.
Καὶ γιὰ ὅλα ἀκαταπαύστως νὰ Τὸν δοξάζει…

