Ὅταν ὁ Χριστὸς ἐμφανίσθηκε μὲ θεϊκὴ δόξα στὸν εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη στὸ νησὶ τῆς Πάτμου καὶ τοῦ φανέρωσε τὰ μεγάλα ὁράματα ποὺ ὁ ἀγαπημένος Μαθητὴς κατέγραψε στὸ βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως, βεβαίωσε πὼς Αὐτὸς ὑπάρχει προαιώνια καὶ θὰ ὑπάρχει πάντοτε.
«Ἐγώ εἰμι ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος», τοῦ εἶπε. Καὶ πρόσθεσε: «καὶ ὁ ζῶν, καὶ ἐγενόμην νεκρός, καὶ ἰδοὺ ζῶν εἰμι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων, καὶ ἔχω τὰς κλεῖς τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ᾅδου» (α΄ 17-18). Ἐγὼ ζῶ πάντοτε. Ἔγινα νεκρὸς καὶ ὅμως ζῶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων· καὶ ἔχω στὰ χέρια μου τὰ κλειδιὰ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ Ἅδη.
«Ἔχω τὰς κλεῖς τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ᾅδου». Τὰ κλειδιὰ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ Ἅδη τὰ εἶχε πάντοτε ὡς Θεός. Τώρα τὰ ἀπέκτησε καὶ ὡς ἄνθρωπος. Ἔτσι ἔπρεπε. Ἄνθρωπος (ὁ Ἀδάμ) εἶχε νικηθεῖ στὸν Παράδεισο τῆς Ἐδέμ. Ἄνθρωπος ἔπρεπε καὶ νὰ νικήσει. Καὶ νίκησε! ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ Χριστός!
Νίκησε στὴ Γεθσημανῆ, νίκησε στὸν Γολγοθᾶ, τότε ποὺ ὑψώθηκε πάνω στὸν Σταυρό. Ὅταν παρέδιδε τὴν ψυχή του στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ἔκραξε θριαμβευτικά: «Τετέλεσται!» Ἐκείνη τὴν ὥρα ἡ μεγάλη τραγωδία τῆς ἀποστασίας ἔλαβε τέλος.
Τέλειωσε ἡ κυριαρχία τοῦ σατανικοῦ σκότους, ποὺ καταπλάκωνε ἐπὶ τόσες χιλιετίες τὰ θηριάλωτα τέκνα τῆς Εὔας. Τὸ σῶμα του ἐναποτέθηκε στὸν τάφο, ὁ Ἴδιος μὲ τὴν ψυχή του κατέβηκε στὸν Ἅδη. Κατέβηκε ἐξουσιαστικά, «κατάστικτος τοῖς μώλωψι» ἀλλὰ «καὶ πανσθενουργός». Μεμιᾶς συντρίφθηκαν οἱ πύλες τοῦ σατανικοῦ δεσμωτηρίου. Τὸ φῶς του ἔλαμψε στὰ σκοτεινὰ σπήλαια τοῦ κάτω κόσμου.
Ἡ τριήμερη παρουσία του στὸν Ἅδη ἅπλωσε τὴν κυριαρχία του σὲ ὅλο τὸν χῶρο τοῦ κράτους τοῦ θανάτου καὶ σὲ ὅλες τὶς διαστάσεις του· στὸ παρόν, στὸ παρελθὸν καὶ στὸ μέλλον. Ὅταν τὴν τρίτη ἡμέρα ἀναστήθηκε, κρατοῦσε στὰ χέρια του τὰ κλειδιὰ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ Ἅδη καὶ μποροῦσε νὰ βεβαιώνει: «Ἐγώ εἰμι ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος… καὶ ἔχω τὰς κλεῖς τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ᾅδου».
Γύρω μας, ὡστόσο, ἐξακολουθεῖ νὰ κυριαρχεῖ ὁ θάνατος. Ἄλλοτε ὡς ἀποτέλεσμα τῆς φυσιολογικῆς φθορᾶς τοῦ χρόνου, ἄλλοτε αἰφνιδίως, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸ λίκνο καὶ τὰ πρῶτα λεπτὰ τῆς ζωῆς, ἄλλοτε βίαιος ἀπὸ κάποιο δυστύχημα, ἢ τὸ χειρότερο, στὸ πεδίο τοῦ πολέμου.
Ὅμως τώρα πλέον ἔχει ἀλλάξει τὸ νόημά του. Ὁ φοβερὸς αὐτὸς χῶρος, τὸν ὁποῖο καταπλάκωνε βαρὺ σκοτάδι, ἔχει πλημμυρίσει πλέον ἀπὸ τὸ φῶς τῆς παρουσίας Αὐτοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶπε: «ἐγενόμην νεκρός, καὶ ἰδοὺ ζῶν εἰμι εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Αὐτοῦ ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ κλειδοκράτορας τοῦ Ἅδη καὶ βεβαίωσε ὅτι τοῦ ἔχει δοθεῖ κυριαρχικὴ ἐξουσία «ἐπὶ πάντων», σὲ ὅλους τοὺς κόσμους τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς: «Ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς» (Ματθ. κη΄ 18).
Τὴν ἴδια ὥρα ὁ κόσμος μας κυριαρχεῖται ἀπὸ κάθε μορφῆς δυνάστες. Αὐτοὶ συχνὰ μεθοῦν ἀπὸ τὴν ἐξουσία τους καὶ φαντάζονται τὸν ἑαυτό τους ἀπόλυτο κυρίαρχο τῆς χώρας τους ἢ καὶ πολλῶν χωρῶν.
Κάποτε ἡ μέθη τους εἶναι τόσο βαριά, ὥστε θεωροῦν ὅτι μποροῦν νὰ ὑψώνουν τὸ σπιθαμιαῖο ἀνάστημά τους ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἀντιτάσσονται στὸ θέλημά του, ἀντινομοθετοῦν πρὸς τοὺς αἰώνιους νόμους του, καγχάζουν ἀλλοπαρμένοι καὶ εἰρωνεύονται τὴν Ἐκκλησία του.
Ὅμως κανεὶς ἀπ᾿ αὐτούς, ὅση δύναμη καὶ ἐξουσία κι ἂν ἀποκτήσει, δὲν ἐξουσιάζει τὸν Ἅδη.
Κάποια στιγμὴ θὰ ἀκολουθήσουν κι αὐτοὶ τὸν κοινὸ δρόμο τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀνεπιθύμητος ἐπισκέπτης θὰ χτυπήσει τὴν πόρτα τους ὁ θάνατος, ὁ ἀπροσωπόληπτος ἐκβιαστὴς ὅλων τῶν τέκνων τῆς Εὔας. Καὶ τότε θὰ ἀντιληφθοῦν πολὺ ὀδυνηρὰ ὅτι Ἕνας καὶ μόνο εἶναι ὁ Κύριος, ἐνώπιον τοῦ Ὁποίου κάμπτονται τὰ γόνατα πάντων, «ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων» (Φιλιπ. β΄ 10).
Ἀλλὰ εἶναι τραγικὸ νὰ τὸ διαπιστώνουν αὐτὸ κατερχόμενοι στὸν Ἅδη, ὅταν πλέον εἶναι πολὺ ἀργά.
Γιὰ ἐμᾶς, γιὰ τοὺς πιστούς, ἡ ἀλήθεια ὅτι ὁ Κύριος εἶναι ὁ κλειδοκράτορας τοῦ Ἅδη, ἀποτελεῖ τὴν ἀλάθητη πυξίδα τῆς ζωῆς μας. Μᾶς πλημμυρίζει μὲ δύναμη καὶ ἐνθουσιασμὸ ἡ γνώση ὅτι ὁ Χριστὸς καὶ «ζώντων καὶ νεκρῶν κυριεύει», ὅτι Αὐτὸς ἔχει «τὰς κλεῖς τοῦ θανάτου καὶ τοῦ ᾅδου» καὶ ὅτι Αὐτὸς κατευθύνει τὴν Ἱστορία καὶ τὴ ζωή μας.
Διότι εἶναι «ὁ Πρῶτος καὶ ὁ Ἔσχατος», ὁ Παντοκράτωρ καὶ ὁ κλειδοκράτορας τοῦ Ἅδη!
Ὁ κλειδοκράτορας τοῦ Ἅδη

