Τήν κληρονόμησες καί τήν κληρονόμησα ὕστερα ἀπό διαδρομή τεσσάρων χιλιάδων χρόνων! Ἔφτασε στά χείλη μας πλούσια, ζωντανή, δυναμική, βαθιά ἐκφραστική, μέ τά ἴχνη τῆς μακρᾶς της ἱστορίας ἀποτυπωμένα στήν ὀρθογραφία, στίς καταλήξεις καί στίς ρίζες της. Μᾶς τή φύλαξαν ἐκεῖνοι οἱ παπποῦδες μας μέσα σέ σκλαβιά μακραίωνη καί, παρά τίς ἀπειλές καί τήν ἀγραμματοσύνη, κράτησαν τή γλώσσα μας ἑλληνική καί μᾶς τήν παρέδωσαν νά συνεχίσουμε τήν εὔλαλη λαλιά της, τήν ἱστορία καί τόν βαρύ πολιτισμό πού κουβαλάει.
Ἴσως, ὅμως, δέν τό καταλάβαμε τί κληρονομιά παραλάβαμε. Γι᾿ αὐτό καί ἐπιπόλαια κι ἀπρόσεκτα τή χρησιμοποιοῦμε…
…προσφωνώντας κάθε φίλο ἤ ἐχθρό μέ τόν ἴδιο ὑποτιμητικό καί ὑβριστικό τρόπο. Χαρακτηρίζοντας ὅλους μέ τό ἴδιο ἐπίθετο. Κι ὅμως, ἡ γλώσσα μας ἔχει νά μᾶς προσφέρει τόσο ὄμορφους τρόπους γιά νά καλέσουμε τούς φίλους μας, τόση ποικιλία γιά νά χαρακτηρίζουμε τίς διάφορες συμπεριφορές τῶν ἀνθρώπων.
Ἀβασάνιστα δεχόμαστε πλῆθος ἀγγλόφωνες εἰσβολές ἤ ἀγγλικά στά ἑλληνικά μας γιά νά εἴμαστε πιό “in”, χωρίς νά ὑποψιαζόμαστε πώς μιά σκλαβιά δηλώνει ἡ ἐπιλογή μας. Ἄραγε δέν φτάνουν οἱ λέξεις τῆς μητέρας γλώσσας νά μᾶς ἐκφράσουν ἤ… μήπως δέν τίς ξέρουμε;
Κι ἐκεῖνα τά λίγα μας ἑλληνικά, φτωχά, ἐπαναλαμβανόμενα καί παραποιημένα, μήπως μιά φτώχεια πιό βαθιά καί οὐσιαστική φανερώνουν; Πενία στή γνώση, ἀνεπάρκεια στή σκέψη, φτώχεια στά συναισθήματα; Πῶς ἐμεῖς, κληρονόμοι ἑνός τέτοιου γλωσσικοῦ πλούτου, μέ ράκη ντύνουμε τή σκέψη μας;
Κι ἀκόμη, ὄμορφες λέξεις ἄλλη σημασία ἔχουν πιά γιά τούς πολλούς, σέ ἄλλους συνειρμούς ὁδηγοῦν, σκοτεινούς καί ἀποτρόπαιους! Πῶς μολύναμε ἔτσι τίς λέξεις; Πῶς βγαίνουν ἀπό τό στόμα μας βουτηγμένες στόν βοῦρκο;
Κι ὕστερα, δυσκολευόμαστε νά κατανοήσουμε ἕνα λίγο πιό ἀπαιτητικό κείμενο, ἕνα κείμενο τοῦ προπαπποῦ καί τῆς προγιαγιᾶς γραμμένο στήν καθαρεύουσα καί στολισμένο μ᾿ ἐκεῖνα τά «παράξενα» σημάδια πού πνεύματα καί βαρεῖες καί περισπωμένες τά λένε… Τί παράδοξο, νά ἀκοῦς καί νά διαβάζεις τά γράμματα τῆς γλώσσας σου, μά νά μήν μπορεῖς νά λάβεις τό μήνυμά της!
Τί ἔφταιξε καί χάσαμε τήν ἐπαφή μέ τήν κληρονομιά μας; Πῶς φτωχύναμε ἔτσι;
Φταίει ἴσως πού πρῶτα μάθαμε ἀγγλικά καί γαλλικά κι ὕστερα τή μητρική μας γλώσσα; Καί πού σπουδαῖο θεωροῦμε ἄπταιστα νά μιλοῦμε τῶν ξένων τίς γλῶσσες καί ὄχι τή δική μας; Εὐθύνονται τά μέσα κοινωνικῆς δικτύωσης, ἡ τηλεόραση καί τό διαδίκτυο, πού πιό πολύ ἀπό τῆς μάνας τόν λόγο μᾶς γαλουχοῦν; Εἶναι πού δέν ἀκοῦμε λόγο ποιοτικό, πού δέν καθόμαστε στό οἰκογενειακό τραπέζι νά συζητήσουμε, πού δέν συνηθίσαμε τόν λόγο τόν ἐκκλησιαστικό; Ἴσως πολλοί καί πολλά φταῖνε…
Μά τώρα εἶναι ἡ ὥρα νά πάρουμε πάνω μας τήν εὐθύνη. Γιατί ἐμεῖς εἴμαστε οἱ κληρονόμοι! Κι εἴμαστε ἐμεῖς πού δέν ἀξιοποιοῦμε τόν θησαυρό, μά τόν ξεπουλᾶμε στή βιασύνη, στόν μοντερνισμό, στήν ἐπιπόλαιη χρήση· τόν λερώνουμε μέ τῆς καρδιᾶς μας τή ρυπαρότητα…
Ἐγώ καί σύ, ἐμεῖς πού τώρα τούτη τήν ὄμορφη γλώσσα βαστοῦμε στά χείλη μας, ἄς τή μιλήσουμε μέ σεβασμό. Ἄς τή γροικήσουμε ἀπό τούς ἁπλούς χωρικούς τῶν βουνῶν, μέχρι τούς τραγουδιστάδες Δωδεκαννήσιους, στίς τόσο πλούσιες καί παιχνιδιάρες ντοπιολαλιές. Ἄς σκύψουμε σέ ὅσους τήν τίμησαν μέ τήν πένα τους, γιά νά τήν ἀπολαύσουμε καί νά τήν αἰσθανθοῦμε. Ἄς τήν παρακολουθήσουμε μέ προσοχή στήν ἐκκλησιαστική μας ζωή, γιατί τῆς δόθηκε ἡ χάρη νά ντύσει τή Θεία Ἀποκάλυψη! Κι ἄς ψάξουμε τίς σημασίες καί τίς μορφές της πού τῆς χαρίζουν τέτοια πλαστικότητα, ὥστε τά πάντα νά μποροῦν νά εἰπωθοῦν μέ αὐτή.
Μέσα στόν πολυπολιτισμικό κόσμο μας, μέσα στούς φρενήρεις ρυθμούς τῆς ζωῆς μας, μέσα στήν ὑποβάθμιση «τοῦ ὡραίου, τοῦ μεγάλου καί τοῦ ἀληθινοῦ», μιά μάχη εἶναι κι αὐτή: νά κρατήσουμε ἄξια στά χείλη καί στή γραφή μας τή γλώσσα μας τήν ἑλληνική! Νά γίνει τούτη ἡ κληρονομιά μας «μονάχη ἔγνοια μας»! Καί κατά τόν ποιητή, «να ᾿μαστε ὅλοι περήφανοι, ἐμεῖς καί τά παιδιά μας γιά τή γλώσσα μας». Τή γλώσσα αὐτή πού «κουβαλάει τήν ψυχή τοῦ λαοῦ μας κι ὅλη του τήν ἱστορία καί ὅλη του τήν εὐγένεια» [*].
[*] Ἀπό τήν ὁμιλία τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη στούς Ἕλληνες μετανάστες στή Στοκχόλμη (Νοέμβριος 1979).

