Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
Αληθινή ιστορία (Σ)

«Μὴ μὲ ξεχνᾶς, παιδί μου…»

Ο Σωτήρ · Τεύχος 15 Φεβρουαρίου 2026

Ξημέρωνε τὸ Σάββατο τῶν ψυχῶν. Ἡμέρα ξεχωριστή, κατὰ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία μας θυμᾶται ὅλους τοὺς κεκοιμημένους, τὰ παιδιά της ποὺ βρίσκονται πλέον στὸν οὐρανό.

Ὁ Θανάσης καὶ ἡ Μαρία μόλις εἶχαν συμπληρώσει δύο μῆνες γάμου καὶ θέλησαν νὰ τιμήσουν τὴ μνήμη τῶν ἀγαπημένων τους. Εἶχαν γνωστοὺς καὶ προσ­φιλεῖς ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὸν ἐπίγειο κόσμο. Πρῶτα-πρῶτα τὶς γιαγιάδες τους, τὶς ὁποῖες ἤθελαν νὰ τιμοῦν πάντα αὐτὴ τὴν ἡμέρα. «Μαρία μου, γλυκιὰ ἐγγόνα μου, σὰν ἀνοίξεις τὸ δικό σου σπιτικό, νὰ θυμᾶσαι τὸ Ψυχοσάββατο νὰ μᾶς μνημονεύεις ὅλους ἐμᾶς τοὺς προγόνους σου», τῆς ἔλεγε ἡ ἀλησμόνητη γιαγιά της.

Δὲν ξέχασε τὴν ὑπόσχεσή της ἡ Μαρία, καὶ νά ποὺ ἔφθασε ἡ στιγμὴ νὰ τὴν πραγματοποιήσει. Συμφώνησε καὶ ὁ καλός της σύζυγος ὁ Θανάσης καὶ κανόνισαν νὰ λειτουργηθοῦν ἐκεῖνο τὸ Σάββατο, ἀλλὰ καὶ προηγουμένως νὰ ἑτοιμάσουν κόλλυβα. Δὲν τὸ εἶχε ξαναδοκιμάσει ἡ Μαρία. Βρῆκε στὸ διαδίκτυο τὴ συνταγὴ καὶ τὸ τόλμησε. Ὁ Θανάσης τὴ βοήθησε ὅσο μποροῦσε. Παίρνοντας μάλιστα τὸ εἰδικὸ δίπτυχο ποὺ προμηθεύθηκε ἀπὸ τὸ κοντινὸ χριστιανικὸ βιβλιοπωλεῖο, ἔγραψε τὰ ὀνόματα τῶν κεκοιμημένων τῆς πατρικῆς του οἰκογένειας. Ζήτησε ἔπειτα ἀπὸ τὴ Μαρία νὰ τοῦ ὑπαγορεύσει καὶ τὰ δικά της.

–Θὰ γράψω καὶ τὴ μητέρα τοῦ σπιτονοικοκύρη μας. Προχθὲς ποὺ πιάσαμε κουβέντα, μοῦ εἶπε τὸ ὄνομά της, Ἀνθούλα, εἶπε μὲ ἱκανοποίηση ὁ Θανάσης.

Καλὸς ἄνθρωπος ὁ σπιτονοικοκύρης τους, ὁ κυρ-Νίκος. Τοὺς νοίκιασε τὸ ἰσόγειο κι ἐκεῖνος ἔμενε μὲ τὴ σύζυγό του στὸν πρῶτο ὄροφο. Τὰ παιδιά του μεγάλωσαν καὶ ἄνοιξαν τὸ δικό τους σπιτικό. Στὴν ἀρχή, ὅταν τοὺς νοίκιασε τὸ σπίτι, ἦταν πολὺ ἐπιφυλακτικός, λιγόλογος, ἀλλὰ ἡμέρα μὲ τὴν ἡμέρα γινόταν πιὸ φιλικός. Ἔδειχνε ὅτι χαιρόταν τὴν παρουσία τους. Τοὺς φίλευε συχνὰ μὲ φροῦτα ἀπὸ τὸ περιβόλι του καὶ μὲ ὅ,τι ἄλλο εἶχε. Ἀλλὰ καὶ ὁ Θανάσης μὲ τὴ Μαρία πάντα εὐγενικοί, καλοσυνάτοι, μὲ τὴν «καλημέρα», τὴν «καλησπέρα» καὶ τὸ χαμόγελό τους.

Ἀνήμερα λοιπὸν τὸ Ψυχοσάββατο, ἔπειτα ἀπὸ μιὰ μοναδικὴ ἐμπειρία ἐκκλησιασμοῦ ἀπὸ ἀγάπη καὶ πόθο γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν τῶν προσφιλῶν τους, σὰν τελείωσε ἡ θεία Λειτουργία ἐπέστρεψαν οἱ δύο νεαροὶ σύζυγοι στὸ σπίτι τους. Στὸν ὁλάνθιστο κῆπο βρῆκαν τὸν κυρ-Νίκο νὰ ποτίζει. Τοὺς καλοχαιρέτησε:

–Καλημέρα, παιδιά, γιὰ ποῦ τὸ βάλατε πρωί-πρωί;

–Στὴν ἐκκλησία πήγαμε, Ψυχοσάββατο σήμερα, σᾶς φέραμε καὶ κόλλυβα ποὺ ἔφτιαξε ἡ Μαρία, πρόφθασε νὰ τοῦ πεῖ ὁ Θανάσης.

Τοὺς κοίταξε παράξενα ὁ σπιτονοικοκύρης, μὲ ἀπορία καὶ ἔκπληξη.

–Μάλιστα ὁ Θανάσης ἔδωσε καὶ τὸ ὄνομα τῆς μητέρας σας καὶ τὸ μνημόνευσε ὁ ἱερέας, φανέρωσε ἡ Μαρία.

–Ἀλήθεια; Πολὺ σᾶς εὐχαριστῶ… ἡ μανούλα μου… ἡ κυρὰ Ἀνθούλα, ψέλλισαν τὰ χείλη του καὶ τὰ μάτια του βούρκωσαν. Κι ἂν σᾶς πῶ τί ἔπαθα τελευταῖα στὸν ὕπνο μου! συνέχισε ὁ κυρ-Νίκος. Τὴν εἶδα σ᾿ ἕνα πολὺ ζωντανὸ ὄνειρο. Μὲ κοίταγε στὰ μάτια ἔντονα καὶ μοῦ ἔλεγε: «Μὴ μὲ ξεχνᾶς, παιδί μου… μὴ μὲ ξεχνᾶς… νὰ κάνεις προσευχὴ γιὰ μένα καὶ ἐλεημοσύνες γιὰ τὴν ψυχή μου».

Σταμάτησε, δὲν ἤθελε νὰ πεῖ περισσότερα. Ἀνέβηκε στὸ σπίτι του καὶ σὲ λίγο ἐπέστρεψε χτυπώντας τὴν πόρτα τῶν παιδιῶν:

–Θανάση, Μαρία, πάρτε αὐτὰ τὰ χρήματα καὶ δῶστε τα ἐκεῖ ποὺ πρέπει, ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη, ἐσεῖς ξέρετε καλύτερα. Πιστεύετε ὅτι θὰ χαρεῖ ἡ ψυχούλα τῆς μάνας μου;

Τότε ἐκεῖνοι, χωρὶς νὰ δώσουν προεκ­τάσεις στὸ ὄνειρο, βρῆκαν τὴν εὐκαιρία νὰ τοῦ μιλήσουν παρηγορητικὰ γιὰ τὴ ζωὴ μετὰ τὸν θάνατο, γιὰ τὶς ψυχὲς ποὺ ζοῦν καὶ περιμένουν τὴν τελικὴ Κρίση, γιὰ τὸν Παράδεισο, γιὰ τὴν αἰωνιότητα κοντὰ στὸν Θεό. Ἄκουγε ὁ κυρ-Νικόλας σὰν μικρὸ παιδὶ καὶ εὐχαριστιόταν. Τὸ πρόσωπό του ἔλαμπε, θαρρεῖς, ἀλλὰ καὶ τὸ νιόπαντρο ζευγάρι δόξαζε τὸν Θεό, ποὺ τοὺς ἔδωσε τὴ δυνατότητα νὰ βοηθήσουν μιὰ καλοδιάθετη ψυχὴ νὰ γνωρίσει τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως!