Εἶχα τήν τιμή νά μέ κρατᾶ γιά πολλά χρόνια σέ… ἐγρήγορση. Ἦταν εὐγενικός μαζί μου. Χωρίς βίαιες κινήσεις. Μέ φρόντιζε, μέ διατηροῦσε καθαρή καί πάντα μέ τοποθετοῦσε στήν ἴδια θέση. Δέν μέ ἔχασε ποτέ. Δέν χρειάστηκε ποτέ νά ψάξει νά μέ βρεῖ. Δέν ἤμουν κάπου πεταμένη. Εἶχα τή θέση μου στό ἀπέριττο ἀλλά τακτοποιημένο γραφεῖο του.
Ἔχω σβήσει ποικιλία λέξεων, σπάνιες λέξεις, λέξεις πού δέν τίς βρίσκεις εὔκολα στά σημερινά κείμενα, πολύ περισσότερο στά social media. Χαιρόμουν νά λαμβάνω μέρος σέ ὅλη αὐτή τήν ἱερουργία. Χέρι μεθοδικό, ἐργατικό, προσευχόμενο. Τίποτε πρόχειρο, τίποτε ἐπιπόλαιο. Ὅλα τα κείμενα συνοδεύονταν ἀπό πηγές. Οἱ παραπομπές ἦταν ἕνα βάσανο γιά μένα. Σβῆσε-γράψε, τσέκαρε ξανά καί ξανά· μετέφερε τή μία παραπομπή μπροστά, τήν ἄλλη πίσω, καί ξανά ἀπό τήν ἀρχή.
Δέν κουραζόταν νά κάνει πάλι καί πάλι διορθώσεις, προκειμένου τό κείμενο νά βγεῖ κατά τό δυνατόν ἄριστο. Τά γραμματάκια του μικρά, στρογγυλά, ἁρμονικά. Κάποτε τόν ἄκουσα νά λέει σέ συνεργάτιδά του στό γραφεῖο: «Μή μοῦ τό ξαναδώσετε τό κείμενο». Εἶχα ἤδη σβήσει καί ἀλλάξει 7 φορές τό ἴδιο ἄρθρο. Τέτοια σχολαστικότητα εἶχε.
Οἱ λέξεις πού συχνότερα συναντοῦσα στά κείμενά του ἦταν «ὁ Κύριος», «ἡ Θεοτόκος», «Κύπρος», «Τοῦρκοι», «Βρετανοί».
Ὅταν ἔγραφε γιά τήν ἀγαπημένη του γενέτειρα, τήν Κύπρο, πονοῦσε ἡ καρδιά μου. Πόσο τήν ἀγαποῦσε! Ἦταν ὅμως βέβαιος ὅτι κάποια στιγμή τό νησί του θά ἐλευθερωθεῖ. Τούς Βρετανούς δέν τούς συμπαθοῦσε καθόλου. Δέν εἶναι μυστικό. Ὅποιος ἔχει διαβάσει ἄρθρα του στή «Δράση», τό ξέρει καλά.
Ἦταν τόσο ἐργατικός πού δέν εἶχα ποτέ ρεπό. Ἀκόμη καί τήν ἡμέρα τοῦ Πάσχα, ἄν εἶχε κάποια ὑποχρέωση, θά μέ ἔπαιρνε κοντά του καί θά ἔσκυβε πάνω στίς λευκές κόλλες γιά νά γράψει.
«Βρέξει-χιονίσει τό περιοδικό πρέπει νά βγεῖ» συνήθιζε νά λέει. Κι ἐγώ τό εἶχα ἐμπεδώσει αὐτό. Κάποιες φορές τό χέρι του ἦταν ζεστό ἀπό τόν πυρετό ὅταν μέ κρατοῦσε, ἄλλοτε ἔτρεμε ἀπό ἀδυναμία, ἀλλά ἡ δουλειά ἔπρεπε νά γίνει.
Θυμᾶμαι ὅταν ἔγραφε τήν Ἀποκάλυψη. Πόσες ἐργατοῶρες! Σταμάτησε ἀναγκαστικά, ὅταν χρειάστηκε νά ταξιδέψει στήν Ἀφρική, ἀλλά τόν ξέρω καλά. Τό μυαλό του ἦταν στό γραφεῖο καί στή μισοτελειωμένη δουλειά. Ἀγωνιοῦσε μήπως δέν προλάβει νά τήν ὁλοκληρώσει.
Καί μετά ἦρθε ἡ διάγνωση…
Τρόμαξα! Νόμιζα ὅτι θά τόν χάσω· ὅτι θά παραιτηθεῖ ἀπό ὅλες τίς ἐργασίες γιά νά κοιτάξει τήν ὑγεία του, πού ἦταν φανερά ἐπιβαρημένη. Ἀλλά γιά ἄλλη μιά φορά μέ ξάφνιασε εὐχάριστα. Ἡ ἀρρώστια τή δουλειά της κι ἐμεῖς τή δική μας!
Παραβρέθηκε μέχρι καί στήν τελευταία ἐπιτροπή ἀρθρογραφίας τῆς «Δράσεως», τόν Μάιο τοῦ 2016, πρίν τίς καλοκαιρινές διακοπές.
***
10 χρόνια πέρασαν ἀπό ἐκεῖνο τόν πικρό Σεπτέμβριο.
Ἦταν Κυριακή, τοῦ ἁγίου Βαβύλα.
Ἔκτοτε τό γραφεῖο του παραμένει ὅπως τό εἶχε ἀφήσει. Οἱ ἀγαπημένοι του πρόσθεσαν μόνο, δίπλα στόν ἅγιο Νικόλαο, τή φωτογραφία του. Τό ἡμερολόγιο ἔμεινε σταματημένο στή σελίδα ἐκείνη, 4 Σεπτεμβρίου. Κανείς δέν τόλμησε νά τήν πειράξει ἀπό τότε.
Κι ἐγώ; Ἔχω τοποθετηθεῖ σέ ἕνα ὄμορφο κουτάκι. Ἕνα ἀπό τά πολλά πονεμένα παιδιά του μέ κρατᾶ ὡς κειμήλιο… ἐμένα, μιά σβήστρα! Πού ὅμως ἀξιώθηκα νά μέ κρατοῦν τά χέρια ἑνός γίγαντα, πού λεγόταν Νικόλαος Βασιλειάδης.
ργ΄

