Μένει ἐκστατικὸς ὁ προφήτης καὶ βασιλιὰς Δαβίδ, ὅταν σκέπτεται πόσο τὸν γνωρίζει σ’ ὅλες τὶς ἐνέργειές του καὶ σ’ ὅλο τὸ βάθος τῆς ψυχῆς του ὁ παντογνώστης Θεός.
«Κύριε, ἐδοκίμασάς με καὶ ἔγνως με». Ἔτσι ἀρχίζει ὁ 138ος (ρλη΄) Ψαλμός. Κύριε, μὲ δοκίμασες καὶ βυθομέτρησες τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου καὶ γνώρισες τί εἶμαι. Γνωρίζεις ὅλες τὶς κινήσεις μου, τὸν δρόμο τῆς ζωῆς μου καὶ τὸ μῆκος της, ὅλη τὴ διαγωγὴ καὶ συμπεριφορά μου, τὶς φανερὲς καὶ κρυφὲς πράξεις μου. «Σὺ συνῆκας τοὺς διαλογισμούς μου ἀπὸ μακρόθεν»· γνωρίζεις Ἐσὺ ὅλους τοὺς διαλογισμούς μου, τὶς σκέψεις μου, πρὶν ἀκόμη αὐτὲς συλληφθοῦν καὶ σχηματισθοῦν στὸν νοῦ μου. Γνωρίζεις «τὰ ἔσχατα καὶ τὰ ἀρχαῖα», τὰ πρόσφατα καὶ τὰ παλιά, τὰ τῆς γεροντικῆς καὶ τὰ τῆς νεανικῆς μου ἡλικίας.
Ὁ ἱερὸς Ψαλμωδὸς σαστίζει, θαυμάζει, ὅταν σκέπτεται τὴ βαθιὰ καὶ πλήρη γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ ἔκπληκτος ἀναφωνεῖ: «Ἐθαυμαστώθη ἡ γνῶσίς σου ἐξ ἐμοῦ· ἐκραταιώθη, οὐ μὴ δύνωμαι πρὸς αὐτήν». Ἡ γνώση τὴν ὁποία ἔχεις γιὰ μένα, μοῦ προκαλεῖ βαθὺ θαυμασμό. Εἶναι «κραταιὰ» καὶ ἀσύγκριτα ἰσχυρότερη ἀπὸ τὶς διανοητικές μου δυνάμεις. Δὲν μπορῶ νὰ τὴν κατανοήσω. Συντρίβομαι μπροστά της (βλ. στίχ. 1-6).
Μὲ τὴν παγγνωσία τοῦ Θεοῦ συνδέεται ἀναπόσπαστα καὶ ἡ «πανταχοῦ» παρουσία του. Γι’ αὐτὸ ὁ Ψαλμωδὸς διερωτᾶται: «Ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός σου καὶ ἀπὸ τοῦ προσώπου σου ποῦ φύγω;» Ποῦ εἶναι δυνατὸν νὰ πάω, ὥστε νὰ ἀπομακρυνθῶ ἀπὸ τὸ πνεῦμα σου, καὶ ποῦ μπορῶ νὰ φύγω, ὥστε νὰ μὴ μὲ παρακολουθεῖ τὸ πρόσωπό σου; Καὶ στὸν οὐρανὸ ἂν ἀνεβῶ, καὶ στὸν Ἅδη ἂν κατέβω, καὶ ἂν πετάξω μέχρι τὴν ἀνατολή, καὶ ἂν φθάσω στὰ ἔσχατα ἄκρα τῆς θάλασσας, ἐκεῖ ποὺ δύει ὁ ἥλιος, παντοῦ, σὲ κάθε τόπο θὰ Σὲ συναντήσω (στίχ. 7-10). Ἐσὺ εἶσαι «ὁ πανταχοῦ παρών»· βρίσκεσαι παντοῦ καὶ γεμίζεις τὰ πάντα μὲ τὴν ἀδιαμφισβήτητη παρουσία σου· παρακολουθεῖς τὰ πάντα μὲ τὸ παντέφορο βλέμμα σου!
Ὤ, ὁ μικρὸς ἄνθρωπος! Πῶς νὰ σταθεῖ μπροστὰ στὸ ἄπειρο μεγαλεῖο τοῦ Κυρίου; Τί εἶναι μπροστὰ στὸν «πανταχοῦ παρόντα καὶ τὰ πάντα πληροῦντα» Θεό; Πῶς νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὸ βλέμμα τοῦ παντογνώστη Κυρίου τῆς γῆς καὶ τοῦ οὐρανοῦ;
Ἐκεῖνος ὅλα τὰ βλέπει, ὅλα τὰ ἐλέγχει, ὅλα τὰ παρακολουθεῖ καὶ γνωρίζει τὸν καθένα μας, ὅσο δὲν γνωρίζουμε ἐμεῖς τὸν ἑαυτό μας. Γνωρίζει τὰ βάθη τῶν καρδιῶν μας, τὶς σκέψεις μας, τοὺς διαλογισμούς, τὶς διαθέσεις καὶ τὰ κίνητρά μας, τοὺς φόβους, τὰ συναισθήματα, τοὺς δισταγμοὺς καὶ τὶς ἀποφάσεις μας, τὴν κάθε κίνηση τῆς ψυχῆς. Τὰ γνωρίζει ὅλα, πρὶν ἀκόμη σχηματισθοῦν στὴ διάνοιά μας, πρὶν συγκατατεθεῖ σὲ αὐτὰ ἡ θέλησή μας. Ἀκόμη καὶ ὅταν περάσει ὁ χρόνος κι ἐμεῖς τὰ λησμονήσουμε, ὁ Θεὸς ὅλα τὰ θυμᾶται.
Αὐτὰ σκέπτεται καί μελετᾶ ὁ Ψαλμωδὸς γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ ἀναφωνεῖ μὲ κατάπληξη, μὲ ἀπορία καὶ θαυμασμό: «Ἰδού, Κύριε, σὺ ἔγνως πάντα… ἐθαυμαστώθη ἡ γνῶσίς σου ἐξ ἐμοῦ· ἐκραταιώθη, οὐ μὴ δύνωμαι πρὸς αὐτήν».
Δισεκατομμύρια ἄνθρωποι ζοῦμε πάνω στὴ γῆ. Καὶ ὅλους μᾶς γνωρίζει, ὅλες τὶς λεπτομέρειες τῆς ζωῆς μας, ὅλο τὸ βάθος τῆς ψυχῆς μας. Γνωρίζει τὰ πάντα καὶ γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔζησαν στὸ παρελθὸν καὶ γι’ αὐτοὺς ποὺ θὰ ἔλθουν στὸ μέλλον. Γνωρίζει καὶ τὸ ἀναρίθμητο πλῆθος τῶν πνευματικῶν ὑπάρξεων τοῦ ἀόρατου κόσμου. Ἐπιπλέον ἐλέγχει καὶ κυβερνᾶ τὰ πάντα στὴν ἀπέραντη ἔκταση τῆς ὑλικῆς δημιουργίας του· καὶ ὅλα αὐτὰ μὲ κάθε ἀκρίβεια καὶ λεπτομέρεια.
Δὲν ἀρκεῖ ὅμως μόνο νὰ σκεπτόμαστε μὲ κατάπληξη τὴν ἄπειρη παγγνωσία τοῦ Θεοῦ. Δὲν ἀρκεῖ καὶ νὰ Τὸν δοξάζουμε γιὰ τὰ μεγαλειώδη προσόντα του, ποὺ ξεπερνοῦν κάθε δυνατότητα ἀντιλήψεώς μας. Πρέπει ἀνάλογα νὰ ρυθμίζουμε καὶ τὴ ζωή μας, διότι ὁ Θεὸς βρίσκεται παντοῦ καὶ βλέπει τὰ πάντα.
Ἂν ὑπάρχει κάποιος, μάλιστα ἀξιοσέβαστος ἄνθρωπος, ποὺ παρακολουθεῖ τὶς πράξεις καὶ τὶς ἐνέργειές μας, γινόμαστε πολὺ προσεκτικοί. Πόσο περισσότερο προσεκτικοὶ πρέπει νὰ εἴμαστε, ὅταν σκεπτόμαστε ὅτι ὁ παντοκράτορας Θεὸς μᾶς παρακολουθεῖ! Τίποτε δὲν διαφεύγει τὴν ἀντίληψή του. Αὐτὴ ἡ πίστη μᾶς συγκρατεῖ, ὅταν βρισκόμαστε σὲ πειρασμὸ καὶ κινδυνεύουμε νὰ πέσουμε στὴν ἁμαρτία. Ὁ δίκαιος Κριτὴς καὶ Δεσπότης γνωρίζει τὰ πάντα, καὶ αὐτὰ ποὺ γίνονται σὲ ἀπόμακρα μέρη, κανεὶς δὲ ἄνθρωπος δὲν τὰ γνωρίζει. Καὶ αὐτὰ ἀκόμη ποὺ συμβαίνουν στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας καὶ ντρεπόμαστε νὰ τὰ φανερώσουμε ἀκόμη καὶ στοὺς οἰκείους μας.
Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ μᾶς συγκρατεῖ μόνο ὁ φόβος. Παράλληλα πρέπει νὰ μᾶς παρακινεῖ στὴν ἀποφυγὴ τοῦ κακοῦ καὶ στὴν ἐργασία τοῦ καλοῦ καὶ στὸ φιλότιμο. Αὐτὸς πάλι ποὺ μᾶς παρακολουθεῖ, δὲν εἶναι μόνο ὁ δίκαιος Κριτής· εἶναι καὶ ὁ πανάγαθος Πατέρας. Δὲν εἶναι μόνο Αὐτὸς ποὺ λυπᾶται γιὰ τὶς πτώσεις μας· εἶναι καὶ Αὐτὸς ποὺ χαίρεται στὴν προκοπή μας. Δὲν εἶναι μόνο Αὐτὸς ποὺ θὰ μᾶς κρίνει γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας· εἶναι καὶ Αὐτὸς ποὺ θὰ μᾶς ἀμείψει γιὰ τοὺς ἀγῶνες τῆς ἀρετῆς, ὁ Ὁποῖος βλέπει «ἐν τῷ κρυπτῷ», χωρὶς νὰ φαίνεται, καὶ θὰ ἀποδώσει «ἐν τῷ φανερῷ» (Ματθ. ς΄ 4). Παρακολουθεῖ τὰ πάντα καὶ γιὰ νὰ γνωρίζει τὶς ἀνάγκες μας, νὰ προνοεῖ, σπεύδει δὲ νὰ ἱκανοποιήσει τὰ δίκαια αἰτήματά μας.
Εἶναι λοιπὸν ἀναγκαῖο νὰ μᾶς συγκρατεῖ ὁ φόβος ἀπέναντι στὸν δίκαιο Κριτὴ καὶ νὰ μᾶς ὑποκινεῖ ἡ ἀγάπη πρὸς Πατέρα πανάγαθο καὶ στοργικό.
«Ἐθαυμαστώθη ἡ γνῶσίς σου ἐξ ἐμοῦ». Βαθὺ θαυμασμὸ μοῦ προκαλεῖ ἡ γνώση ποὺ ἔχεις γιὰ μένα, Κύριε. Φώτιζέ με, ὥστε ἡ συναίσθηση ὅτι βρίσκεσαι παντοῦ καὶ γνωρίζεις τὰ πάντα γιὰ μένα, νὰ μὲ συνετίζει καὶ παρακινεῖ νὰ πορεύομαι πάντοτε κατὰ τὸ θέλημά σου καὶ νὰ εὐαρεστῶ ἐνώπιόν Σου.

