Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ἕνα βιαστικό τρόλεϊ

Η Δράση μας · Τεύχος Νοεμβρίου 2026

Σάββατο πρωί. Πολύ πρωί. Μόλις ἀχνοφώτιζε κι ἄρχισαν τά μέσα συγκοινωνίας τίς διαδρομές τους. Ἀραιά τά δρομολόγια. Οἱ πολλοί δέν ξύπνησαν ἀκόμα. Μόνο μερικοί μεροκαματιάρηδες ἀπό νυχτερινές βάρδιες φτάνουν στίς στάσεις τῶν λεωφορείων. Ἤ κάποιοι πού ἀπό πολύ νωρίς πιάνουν δουλειά. Ἤ… πάντως κανείς δέν εἶναι γιά βόλτα ἐκείνη τήν ὥρα στούς δρόμους τῆς Ἀθήνας.
Ἤμουν κι ἐγώ ἕνας ἀπό τούς λίγους ἐπιβάτες τοῦ τρόλεϊ πού γιά καλή μου τύχη βρῆκα μόλις ἔφτασα στή στάση. Τό καντράν τῶν δρομολογίων ἔδειχνε ὅτι τό ἑπόμενο θά περνοῦσε μετά ἀπό ἀρκετή ὥρα. Αἰσθάνθηκα ἀνακούφιση σάν κάθισα σέ μιά θέση.
Ὁ ὁδηγός φαινόταν νά ἀπολαμβάνει τούς ἄδειους ἀκόμα δρόμους τῆς Ἀθήνας, καθώς μποροῦσε νά πατάει γκάζι καί νά βρίσκεται στό λεπτό ἀπό τή μιά στάση στήν ἄλλη. Οὔτε καί χρειαζόταν νά σταματήσει σέ ὅλες τίς στάσεις. Σίγουρα θά τελείωνε τό δρομολόγιό του νωρίτερα καί θά ᾿χε λίγο χρόνο παραπάνω νά πάρει μιά ἀνάσα προτοῦ ξεκινήσει τό ἑπόμενο. Δέν εἶναι κι εὔκολο νά γυρίζεις γύρω-γύρω τήν πόλη καί μάλιστα τήν Ἀθήνα… μέ τό πλῆθος τοῦ κόσμου πού στοιβάζεται στό ὄχημα, τίς φωνές, τά κορναρίσματα, τό μποτιλιάρισμα. Τέτοια ὥρα, πρωί-πρωί Σαββάτου, ἀπόλαυση ἡ ὁδήγηση! Καί δῶσ᾿ του νά πατᾶ τό γκάζι ὁ ὁδηγός κι ἀνενόχλητος νά περνᾶ ἀπό τίς στάσεις, ἀφοῦ κανένα χέρι δέν ὑψωνόταν γιά νά τόν σταματήσει.
Μόνο πού κάποια στιγμή, σέ μιά στάση, τή στιγμή πού περνοῦσε χωρίς νά κόψει ταχύτητα, ἕνας ἄνθρωπος πετάχτηκε μπροστά, κουνοῦσε μέ ἔνταση τά χέρια, ἀκούστηκε νά φωνάζει. Δέν τόν εἶδε ὁ ὁδηγός; Ἐκεῖνος δέν ἔκανε ἐγκαίρως σινιάλο; Τό τρόλεϊ πάντως, χωρίς νά κόψει ταχύτητα, πέρασε ἀπό τή στάση. Τοῦ ἔκοψε ὅμως τήν πορεία ὁ φωτεινός σηματοδότης λίγα μέτρα πιό κάτω. Ὁ ἄνθρωπος ἀπό τή στάση ἔτρεξε ἀπό πίσω, τώρα πού εἶδε νά σταματάει στό φανάρι τό τρόλεϊ. Χτύπησε τήν πόρτα. Καί μιά σπαρακτική φωνή μέ σπασμένα ἑλληνικά ἀκούστηκε: «Σέ παρακαλῶ! Σέ παρακαλῶ!». Μά τό φανάρι ἄνοιξε καί τό τρόλεϊ συνέχισε τήν πορεία του χωρίς νά ἀνοίξει τήν πόρτα στόν ἄνθρωπο πού ἀπόμεινε λαχανιασμένος νά φωνάζει «Σέ παρακαλῶ!».
Σφίχτηκε ἡ καρδιά μου. Γιατί τόση σκληρότητα; Μήπως πού δέν σήκωσε ἐγκαίρως χέρι; Ἤ πού ἡ πόρτα τοῦ τρόλεϊ πρέπει νά ἀνοίγει μόνο στίς στάσεις; Μήπως… πού ἦταν ἀλλοδαπός;
Ὑπόθεση ἑνός κουμπιοῦ καί λίγων δευτερολέπτων ἦταν νά ἀνοίξει ἡ πόρτα ἐκεῖ στό φανάρι, τουλάχιστον! Ὑπόθεση ἀνθρωπιᾶς καί καλοσύνης ἦταν νά μήν περάσει ἀγέρωχα, ἀδιάφορα τό τρόλεϊ, χωρίς νά ἐπιτελέσει τήν ὑπηρεσία του, νά ἐξυπηρετήσει τούς ἀνθρώπους τῆς πόλης.
Ἕναν πόνο μοῦ ἄφησε αὐτή ἡ διαδρομή. Σκέφτηκα: Πόσο μικρά καί ἁπλά πράγματα μπορεῖ νά δώσουν χαρά καί ἀνακούφιση ἤ νά κουράσουν καί νά πονέσουν τόν ἀδελφό μας!
Κι ἀκόμα ντράπηκα: Ἐκεῖνο τό πρωινό τοῦ Σαββάτου, στή συγκεκριμένη διαδρομή τό βιαστικό τρόλεϊ περνοῦσε γιά ὅλους ἐκείνους πού τό περίμεναν. Ἡ ἀποστολή του θά ὁλοκληρωνόταν, ἄν ὅλους τούς ἐξυπηρετοῦσε. Ὅμως, τό βιαστικό τρόλεϊ ἀγνόησε τόν ἄνθρωπο, τήν ἀνάγκη του. Ἔνιωσα πώς πολλές φορές εἶμαι ἕνα τέτοιο βιαστικό τρόλεϊ, πού ἐνδιαφέρεται νά τελειώσει τό δρομολόγιό του· πού περνάει βιαστικά καί κάποτε ἀγνοεῖ ἐκείνους πού τό περιμένουν. Πού κοιτάζει τούς κανόνες καί τούς νόμους καί ξεχνάει τόν ἄνθρωπο. Πού δέν ἀκούει καί δέν συγκινεῖται στήν παράκληση γιά «στάση» καί συμπόρευση…
Καί δέν ἔχει καλοσύνη οὔτε ὅσο ἕνα κουμπί…