Πέρασε ἕνας ὁλόκληρος χρόνος.
Τά φουσάτα τῶν ἐχθρῶν, ἀπό ὅλες τίς μεριές, λυσσούσανε νά τρυπήσουνε τό τεῖχος.
Κι ἐμεῖς, στό κάστρο μέσα –αὐτό πού ὁ Πασάς ἀστόχαστα τό εἶπε «φράχτη» – βάλαμε βουλή νά μήν τούς ἀφήσουμε νά περάσουν.
Ἐκεῖνοι βαρούσανε μέ 35.000 τουφέκια ἀπό Ἀσία, Ἀφρική κι ἀπό Εὐρώπη.
Ἐμεῖς βάλαμε τά ἄγουρα παιδιά καί τίς μανάδες νά πολεμήσουνε μέ πέτρες καί ξινάρια.
Ἐκεῖνοι φοβηθήκανε τήν ἀρρώστια καί τίς λειψές τροφές κι ἀρχίσανε νά λακίζουν.
Ἐμεῖς βάζαμε νταούλια νά χτυπᾶνε· στήναμε χορό καί πανηγύρι, γιά νά νικήσουμε τήν πείνα.
Ἐκεῖνοι τρέμανε μπροστά στόν θάνατο καί στόν χαμό.
Σ᾿ ἐμᾶς οἱ πεθαμένοι φεύγανε ξέροντας πώς «δίχως σφαχτά γάμος δέν γίνεται»!
Ἐκεῖνοι ὁρμήσανε ξανά καί ξανά, στήσανε μπαϊράκια, τρυπήσανε τά τείχη, ταΐσανε τ᾿ ἀφανισμένα μας κορμιά μέ βόλια.
Ἐμεῖς στήσαμε τό μπαϊράκι μές στά στήθια καί γκρεμίσαμε κάτω τά δικά τους.
Ἐκεῖνοι τάξανε σακιά μέ γρόσια καί τιμές κι ἀξιώματα καί βόλεψες.
Ἐμεῖς μιλήσαμε μοναχά τή μιλιά τοῦ Λεωνίδα μέ τά «μολών» καί τά «λαβέ» της.
Ἔφτασε ἡ νύχτα ἡ στερνή.
Ἐκεῖνοι περιμένανε· σκυφτοί, μέ μάτια σκοτεινά ἀπό τό μίσος, ὁρμηνεμένοι ἀπό τήν προδοσία.
Ἐμεῖς βγήκαμε· ὁλόρθοι, μέ μάτια ὁλοφώτεινα, δυναμωμένοι ἀπ᾿ τή Θεία Κοινωνία.
Ἐκεῖνοι πατήσανε τόν τόπο μας.
Ἐμεῖς γράψαμε τήν Ἱστορία.
Ἐκεῖνοι χορτάσανε λάφυρα καί αἷμα.
Τούς ἔπνιξε τό σκοτάδι τῆς λήθης.
Ἐμεῖς χορτάσαμε μπαρούτι, φωτιά καί δάκρυα.
Μά ἐμᾶς δέν μᾶς ξεχνᾶ κανείς.
Τό ὄνομά μας εἶναι ἕνας ματωμένος χρυσός σταυρός καί ἕνα καριοφίλι, πλάι στῆς μάνας τόν λυγμό καί στ᾿ ὅραμα τοῦ ποιητῆ:
ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ !

