Ἡ πιὸ θαυμαστὴ δυνατότητα. Ἡ πιὸ παράδοξη ἐπικοινωνία. Ἡ πιὸ ὑπέροχη συνομιλία. Ἡ προσευχή!
Ναί! Μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ὁμιλεῖ στὸν Θεό. Μπορεῖ ὁ μικρὸς καὶ ἀδύναμος κάτοικος τῆς γῆς νὰ ἀπευθύνεται στὸν Κύριο τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὁ δοῦλος καὶ ὑποτελὴς νὰ ζητεῖ ἀκρόαση ἀπὸ τὸν Δεσπότη τοῦ παντός.
Τό μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ μπορεῖ νὰ ὁμιλεῖ στὸν Θεό! Καὶ τό μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ, ποὺ συγκαταβαίνει νὰ ἀκούει τὰ φτωχὰ πλάσματά του!
Σκεφθήκαμε ποτὲ τὸ μέγεθος αὐτῆς τῆς δωρεᾶς τοῦ Κυρίου; Ἐκτιμήσαμε τὴν ἀξία τοῦ δικαιώματος, ποὺ μᾶς δίνει ὁ πανάγαθος πατέρας Θεός, νὰ Τὸν καλοῦμε νὰ μᾶς ἀκούσει, νὰ προσέξει τὶς δεήσεις μας, νὰ ἱκανοποιήσει τὰ αἰτήματά μας;
«Κλῖνον, Κύριε, τὸ οὖς σου καὶ ἐπάκουσόν μου, ὅτι πτωχὸς καὶ πένης εἰμὶ ἐγώ» (Ψαλ. πε΄ [85] 1), δέεται ὁ προφήτης καὶ βασιλιὰς Δαβίδ, ποὺ βρίσκεται σὲ δεινὴ θέση. Πλημμυρίζει τὴν ψυχή του μεγάλη καὶ γεμάτη ἀγωνία στενοχώρια καὶ γι᾿ αὐτὸ καταφεύγει μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ καὶ Τὸν παρακαλεῖ καὶ ἱκετεύει ζητώντας τὴ βοήθειά του. Σκύψε, Κύριε, λέει, ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, πλησίασε τὸ αὐτί σου στὸ στόμα μου καὶ ἄκουσε τὴν προσευχή μου, διότι ἐγὼ εἶμαι ἄθλιος καὶ φτωχὸς καὶ ταπεινωμένος.
«Κλῖνον, Κύριε, τὸ οὖς σου». Καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις μέσα στοὺς Ψαλμοὺς διατυπώνεται αὐτὸ τὸ αἴτημα, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς ὑπερβολικὴ καὶ θρασεία ἀπαίτηση τοῦ μικροῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Παντοκράτορα Κύριο. Ποιός εἶσαι, ἄνθρωπε; Καὶ τί ζητεῖς ἀπὸ τὸν ὕψιστο Θεό;
Ὅμως τὸ αἴτημα εἰσακούεται. Ὁ Ὕψιστος συγκαταβαίνει. Τότε ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὴ φροντίδα του, τὴν ἀκαταμάχητη προστασία του στοὺς κινδύνους, τὴν παρουσία του σὲ κάθε στιγμὴ τῆς ζωῆς του. Γι’ αὐτὸ μὲ ἐνθουσιασμὸ λέει: «Ἠγάπησα, ὅτι εἰσακούσεται Κύριος τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου, ὅτι ἔκλινε τὸ οὖς αὐτοῦ ἐμοί, καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις μου ἐπικαλέσομαι» (Ψαλ. ριδ΄ [114] 1-2). Ἀγάπησα τὸν Θεό, διότι καὶ τώρα καὶ στὸ μέλλον θὰ δεχθεῖ τὴν προσευχή μου. Διότι εὐδόκησε νὰ γείρει τὸ αὐτί του σ᾿ ἐμένα μὲ ἀγάπη· γι’ αὐτὸ κι ἐγὼ θὰ Τὸν ἐπικαλοῦμαι μὲ ἐμπιστοσύνη ὅλες τὶς ἡμέρες τῆς ζωῆς μου.
«Ἔκλινε τὸ οὖς αὐτοῦ ἐμοί». Εἰκόνα θαυμάσια, ζωντανή, παρομοίωση παραστατικὴ ποὺ παρουσιάζει αἰσθητότερα τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος παρακολουθεῖ τὸν ἄνθρωπο μὲ πατρικὴ στοργὴ καὶ ἀπέραντη ἀγάπη. Βρίσκεται στὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ. Κάθεται «ἐπὶ θρόνου ὑψηλοῦ». Ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος σύρεται στὴ γῆ. Παλεύει μὲ τὴν ἀδυναμία του, ὑποφέρει ἀπὸ τὶς ἀσθένειές του, πληγώνεται ἀπὸ τὰ βέλη τῶν θλίψεων καὶ τῶν ποικίλων πειρασμῶν, ὑποφέρει καὶ ἐκβάλλει κραυγή, αἴτηση βοήθειας πρὸς Αὐτὸν ποὺ μπορεῖ νὰ τὸν σώσει ἀπὸ κάθε κίνδυνο καὶ ταλαιπωρία.
Ὁ Κύριος παρουσιάζεται ὡς πρόσωπο, τὸ ὁποῖο, γιὰ νὰ μπορέσει ν᾿ ἀκούσει τὴ φωνὴ τοῦ πλάσματός του, σκύβει, σκύβει χαμηλὰ καὶ ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ θρόνου του πλησιάζει τὸ αὐτί του πρὸς τὸ στόμα τοῦ ἀδύναμου ἀνθρώπου!
Εἰκόνα συγκινητική! Ὁ Θεὸς οὔτε αὐτὶ ἔχει σὰν τὸ δικό μας, οὔτε περιμένει νὰ μάθει ἀπὸ ἐμᾶς τί μᾶς συμβαίνει. Ὅλα τὰ γνωρίζει ὡς παντογνώστης. Ἀλλὰ ἡ εἰκόνα αὐτή, μὲ τὴν ὁποία παρουσιάζεται ν᾿ ἀκούει μὲ πολλὴ προσοχὴ τὶς προσευχές μας, φανερώνει τὴ μεγαλειώδη συγκατάβασή του. Εἶναι ὁ ἄπειρος καὶ παντοδύναμος καὶ τρισάγιος Θεός, ἐνῶ ἐμεῖς εἴμαστε οἱ μικροὶ καὶ ἀδύναμοι καὶ ἁμαρτωλοὶ ἄνθρωποι. Πῶς δὲν μᾶς ἀπορρίπτει γιὰ τὴν ἀθλιότητά μας; Πῶς καταδέχεται νὰ ἀσχολεῖται καὶ ἐνδιαφέρεται ὄχι μόνο γιὰ τὰ σημαντικὰ θέματα ποὺ μᾶς ἀπασχολοῦν, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς λεπτομέρειες τῆς ζωῆς μας;
Θαυμάζουμε καὶ ἀποροῦμε γιὰ τὴ συγκατάβασή του βέβαια. Ἀλλὰ συγκινούμαστε καὶ γιὰ τὴ συμπάθεια, τὴν εὐσπλαχνία του, γιὰ τὴν ἄπειρη ἀγάπη του, ἐξαιτίας τῆς ὁποίας ὄχι μόνο δὲν μᾶς ἀποστρέφεται, ἀλλὰ εὐαρεστεῖται νὰ μᾶς ἀκούει, νὰ δέχεται τὶς προσευχές μας καὶ νὰ ἐκπληρώνει τὰ αἰτήματά μας, ἐφόσον αὐτὸ εἶναι τὸ ἀληθινὸ συμφέρον μας.
«Κλίνει τὸ οὖς» του πράγματι ὁ Κύριος, χαμηλώνει πολὺ γιὰ νὰ μᾶς δεχθεῖ σὲ ἀκρόαση. Μᾶς συγκλονίζει ἡ πραγματικότητα αὐτὴ καὶ μᾶς κινεῖ σὲ εὐγνωμοσύνη καὶ ἀγάπη πρὸς Αὐτὸν ποὺ εἶναι ὁ αἴτιος τῆς ζωῆς καὶ τῆς σωτηρίας μας.
Γι’ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνουμε μὲ τὸν ἱερὸ Ψαλμωδό: «Ἠγάπησα, ὅτι εἰσακούσεται Κύριος τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου, ὅτι ἔκλινε τὸ οὖς αὐτοῦ ἐμοί, καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις μου ἐπικαλέσομαι».
Αἰχμαλωτισμένος ἀπὸ τὴ συγκατάβαση καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴ διαρκὴ παρουσία του στὴ ζωή μου, ἀπὸ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὴ γεμάτη στοργὴ φροντίδα καὶ τὴν ἀνεκτίμητη βοήθειά του σὲ κάθε δυσκολία καὶ πειρασμό, μὲ πλημμυρισμένη τὴν καρδιὰ ἀπὸ εὐγνωμοσύνη, ἐπαναλαμβάνω τὸ «ἠγάπησα» τοῦ Ψαλμωδοῦ. Ἀγάπησα Αὐτὸν ποὺ πρῶτος μὲ ἀγάπησε, ποὺ ὄχι μόνο «κλίνει τὸ οὖς» του, δέχεται καὶ ἀκούει τὶς προσευχές μου, ἀλλὰ συγκατέβη μὲ ἄπειρη συγκατάβαση, «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη» (Ψαλ. ιζ΄ [17] 10), ἦλθε στὴ γῆ ὡς ἄνθρωπος γιὰ νὰ μὲ ἀνεβάσει στὸ δικό του ὕψος, στὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ, καὶ νὰ μὲ ἀναδείξει θεὸ κατὰ χάριν! Πῶς νὰ μὴν ἀγαπῶ τὸν Κύριο καὶ Θεό μου;

