Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τὸ νόμισμα τοῦ κήνσου

Ο Σωτήρ · Τεύχος 15 Ιουλίου 2026

Τὸ νόμισμα τοῦ κήνσου: Αὐτὸ τὸ νόμισμα ἀντιστοιχοῦσε στὸν προσωπικὸ φόρο ποὺ ὄφειλε νὰ πληρώνει κάθε ὑπήκοος τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Καὶ οἱ πονηροὶ Φαρισαῖοι, οἱ ἐπιστήμονες τοῦ φθόνου, ἐπιχείρησαν νὰ χτυπήσουν μὲ αὐτὸ τὸ νόμισμα τὸν μισητὸ ἐχθρό τους, τὸν Χριστό, ποὺ θεω­ροῦσαν ὅτι ἀπειλοῦσε τὸ διδασκα­λι­κό τους ἀξίωμα. Λοιπὸν Τὸν πλησίασαν μὲ τὸ ὕπουλο, τὸ μοχθηρό τους ἐρώτημα:

–Ξέρουμε, Τοῦ εἶπαν, πὼς εἶσαι ἴσιος, ἀληθινός, καὶ διδάσκεις τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ μὲ ἀλήθεια καὶ δὲν ὑπολογίζεις τὸ κόστος τῶν λόγων σου, διότι δὲν κάνεις διακρίσεις στοὺς ἀνθρώπους. Πές μας λοιπόν, τί σοῦ φαίνεται σωστό: «Ἔξεστι δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ;» Ἐπιτρέπεται νὰ πληρώνουμε τὸ νόμισμα τοῦ κήνσου ὡς κεφαλικὸ φόρο στὸν Καίσαρα ἢ ὄχι;

Ἦταν μία καλοστημένη παγίδα. Ἂν ἔλεγε ὁ Κύριος, ἐπιτρέπεται, θὰ Τὸν κατηγοροῦσαν στὸν Ἑβραϊκὸ λαὸ ὅτι τοὺς παρακινεῖ νὰ εἶναι δοῦλοι τῶν Ρωμαίων· ἂν ἔλεγε ὄχι, θὰ Τὸν κατηγοροῦσαν στοὺς Ρωμαίους ὅτι προτρέπει τὸν λαὸ σὲ ἐπανάσταση.

Οἱ ἀνόητοι!

Νόμιζαν ὅτι ἔχουν νὰ κάνουν μὲ κάποιον εὐάλωτο ἄνθρωπο. Πῆγαν νὰ Τὸν παγιδέψουν, ἀλλὰ πιάστηκαν οἱ ἴδιοι στὸ δόκανο ποὺ εἶχαν στήσει.

–«Ἐπιδείξατέ μοι τὸ νόμισμα τοῦ κήνσου». Γιὰ δεῖξτε μου τὸ νόμισμα τοῦ κήνσου, τοὺς ἀπάντησε ὁ Κύριος. Καὶ αὐτοὶ τοῦ ἔφεραν ἕνα δηνάριο, ποὺ ἀντιστοιχοῦσε στὴν πληρωμὴ τοῦ ὀφειλόμενου φόρου (Ματθ. κβ΄ 19).

–Ποιανοῦ εἶναι ἡ εἰκόνα καὶ τὸ ὄνομα ποὺ ὑπάρχει πάνω στὸ νόμισμα; τοὺς ρωτᾶ. Καὶ αὐτοὶ Τοῦ ἀποκρίθηκαν:

–Τοῦ Καίσαρα.

–«Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ». Δῶστε λοιπὸν πίσω στὸν Καίσαρα αὐτὰ ποὺ ἀνήκουν στὸν Καίσαρα, καὶ στὸν Θεὸ δῶστε αὐτὰ ποὺ ἀνήκουν στὸν Θεό!

Κεραυνοβολήθηκαν. Ἔμειναν ἄφωνοι. Τὰ ἔχασαν. Ἔφυγαν καταντροπιασμένοι. Τὸ νόμισμα τοῦ κήνσου εἶχε γίνει βέλος, ποὺ χτύπησε καίρια τὴ φθονερή τους ψυχή. Εἶχαν παίξει ἕνα τέλειο παιχνίδι καὶ εἶχαν ἡττηθεῖ παταγωδῶς.

Ὡστόσο ἡ ἱστορία δὲν τελειώνει ἐδῶ. Οἱ ὑποκριτὲς λίγο ἀργότερα, ὅταν ὁδήγησαν τὸν Κύριο ἐνώπιον τῆς Ρωμαϊκῆς ἐξουσίας, ζητώντας ἀπὸ τὸν Πιλάτο νὰ ἐπικυρώσει τὴ θανατικὴ καταδίκη ποὺ οἱ ἴδιοι εἶχαν ἀποφασίσει, ἄλλαξαν τελείως. Ὅταν ἐκεῖνος παρουσίασε τὸν Κύριο ἐνώπιόν τους λέγοντας: «Ἴδε ὁ βασιλεὺς ὑμῶν», ἀπάντησαν: «ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν»! Καὶ ὅταν ὁ Πιλάτος τοὺς εἶπε: «Τὸν βασιλέα ὑμῶν σταυρώσω;», ἀπάντησαν οἱ ἄφρονες:

–«Οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μὴ Καίσαρα»· δὲν ἔχουμε ἄλλο βασιλιά, παρὰ μόνο τὸν Καίσαρα (Ἰω. ιθ΄ 15)!

Εἶχαν κάνει τὴν ἐπιλογή τους. Ὀλέθρια ἐπιλογή! Λίγα χρόνια ἀργότερα ὁ βασιλιάς, τὸν ὁποῖο εἶχαν ἐπιλέξει, ἔκανε ἐρείπια τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τοὺς ἴδιους τοὺς σκόρπισε σὲ ὅλο τὸν κόσμο.

Πλήρωσαν πολὺ ἀκριβὰ τὴν ἐπιλογή τους νὰ χαρίσουν στὸν Καίσαρα ὄχι μόνο «τὸ νόμισμα τοῦ κήνσου», ἀλλὰ καὶ «τὰ τοῦ Θεοῦ», τὸ νὰ εἶναι πραγματικὸς Βασιλιάς τους ὁ Θεός.

Ἔτσι τὸ «νόμισμα τοῦ κήνσου» ἔγινε κάτι σὰν διαχρονικὸ κριτήριο. Ἔκρινε βέβαια τότε τὸν Ἑβραϊκὸ λαό. Κρίνει ὅμως καὶ σήμερα, ὅπως ἔκρινε καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῶν αἰώνων, κάθε λαὸ ποὺ ἔχει δεχθεῖ τὴν ἀληθινὴ πίστη.

Κρινόμαστε ἑπομένως κι ἐμεῖς ἀπὸ τὸ ἂν προσφέρουμε στὴν κοσμικὴ ἐξουσία κάτι παραπάνω ἀπὸ τὸ ὀφειλόμενο «νόμισμα τοῦ κήνσου». Ἂν δηλαδὴ ἐμπιστευόμαστε τὴ ζωή μας κυρίως στὴν κοσμικὴ ἐξουσία καὶ ὄχι στὸν Θεό.

Αὐτοὶ ποὺ ἀσκοῦν τὴν ἐξουσία, μπορεῖ νὰ εἶναι εὐσεβεῖς ἢ ἀσεβεῖς. Μπορεῖ νὰ σέβονται τὴν Ὀρθόδοξη πίστη μας, ἢ νὰ τὴν ἀγνοοῦν, ἢ καὶ νὰ τὴν περιφρονοῦν. Μπορεῖ ἀκόμη καὶ νὰ νομοθετοῦν ἀντίθετα πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Θὰ κριθοῦν γι᾿ αὐτό!

Θὰ κριθοῦμε ὅμως κι ἐμεῖς, ὁ λαός. Θὰ κριθοῦμε ἀπὸ τὸ ποιόν ἐπιλέγουμε βασιλιά, σὲ ποιόν στηρίζουμε τὴν ἐλ­πίδα μας, ποιόν ἐμπιστευόμαστε, σὲ ποιόν ἀναθέτουμε τὴ ζωή μας. Θὰ κριθοῦμε ἀπὸ τὸ ἂν ἀποδίδουμε στὴν ἐξουσία μόνο τὸ ὀφειλόμενο «νόμισμα τοῦ κήνσου», ἢ ἂν τῆς ἀποδίδουμε καὶ ἐκεῖνα ποὺ ἀνήκουν μόνο στὸν Θεό.

Ἂς μὴ λησμονοῦμε ὅτι τὴν τελικὴ ἐπιλογὴ ἐνώπιον τοῦ Πιλάτου δὲν τὴν ἔκαναν οἱ ἀρχιερεῖς, ἀλλὰ ὁ λαός. Ὁ λαὸς φώναξε τὸ «ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν»! Εἶναι συνεπῶς καίρια ἡ ἐπιλογὴ τοῦ λαοῦ σὲ κάθε ἐποχή. Οὔτε ἡ διαρκὴς καταφορὰ κατὰ τῶν ἑκάστοτε κρατούντων ἀπαλλάσσει τὸν λαὸ ἀπὸ τὴ δική του καίρια εὐθύνη, οὔτε ἡ φανατικὴ προσκόλλησή του σ’ αὐτοὺς μένει χωρὶς συνέπειες.

Καὶ σ’ αὐτὸ κρινόμαστε ὅλοι μας!