Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ἂς χορέψουμε!

Ο Σωτήρ · Τεύχος 15 Μαΐου 2026

Πρῶτο μέλημα τοῦ βασιλιᾶ Δαβίδ, ἀφότου χρίσθηκε ἄρχοντας ὅλου τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ, ἦταν νὰ μεταφέρει τὴν Κιβωτὸ τῆς Διαθήκης στὴν ἀκρόπολη τῆς Ἱερουσαλήμ, στὸν λόφο Σιών.

Ἡ Κιβωτὸς τῆς Διαθήκης, τὸ ἱερότατο αὐτὸ σέβασμα τοῦ Ἰσραήλ, τὸ ὁποῖο εἶχε ἀκολουθήσει τὴν πορεία τοῦ λαοῦ σαράν­τα χρόνια στὴν ἔρημο μέχρι τὴν ἐγκατάστασή του στὴ γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, ἔπειτα δὲ εἶχε κλαπεῖ ἀπὸ τοὺς Φιλισταίους, βρισκόταν πλέον στὴν πόλη Καριαθιαρίμ. Ἐκεῖ εἶχε καταλήξει μετὰ τὴν ἐπιστροφή της ἀπὸ τοὺς Φιλισταίους, καὶ τώρα ἐπὶ εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια φιλοξενεῖτο στὸ βουνό, στὸ σπίτι ἑνὸς εὐσεβοῦς Ἰουδαίου, τοῦ Ἀμιναδάβ.

Ἀπὸ ἐκεῖ ἀποφάσισε ὁ Δαβὶδ νὰ τὴ μεταφέρει πανηγυρικὰ καὶ μεγαλόπρεπα στὸ ὄρος Σιών. Συγκάλεσε λοιπὸν γενικὴ συνάθροιση τοῦ λαοῦ, καὶ μάλιστα τῆς νεολαίας, τῶν νεαρῶν παλληκαριῶν τοῦ Ἰσραήλ, προκειμένου νὰ πορευθοῦν μὲ πομπὴ πρὸς τὴν Καριαθιαρὶμ καὶ νὰ μετακομίσουν ἀπὸ ἐκεῖ τὴν Κιβωτό. Ἑβδο­μήντα χιλιάδες ἄνδρες νεανίες μαζεύθηκαν. Πομπὴ μεγαλοπρεπέστατη!

Ἔφθασαν στὸν προορισμό τους καὶ ἄρχισε ἡ μεταφορὰ τῆς Κιβωτοῦ πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ. Σὲ μιὰ πρώτη φάση τὸ ἱερὸ κειμήλιο ἐγκαταστάθηκε γιὰ τρεῖς μῆνες πάλι σ᾿ ἕνα σπίτι, κάπου στὸ μέσο τῆς διαδρομῆς· καὶ ἔπειτα ἡ πομπὴ πῆρε τὸν δρόμο πρὸς τὴ Σιών.

Τὸ τί γινόταν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς μεταφορᾶς τῆς Κιβωτοῦ εἶναι πραγματικὰ ἀσύλληπτο. Τί ἐνθουσιασμός, ἀλαλα­γμός, εὐφροσύνη! «Δαυῒδ καὶ υἱοὶ Ἰσραὴλ παίζοντες ἐνώπιον Κυρίου ἐν ὀργάνοις ἡρμοσμένοις ἐν ἰσχύι, καὶ ἐν ᾠδαῖς καὶ ἐν κινύραις καὶ ἐν νάβλαις καὶ ἐν τυμπάνοις καὶ ἐν κυμβάλοις καὶ ἐν αὐλοῖς» (Β΄ Βασ. ς΄ 5). Χόρευαν καὶ τραγουδοῦσαν δυνατὰ παίζοντας μουσικὰ ὄργανα ποὺ ἔβγαζαν ἰσχυροὺς ἤχους. Πανηγύριζαν ψάλλον­τας ὠδὲς μὲ μουσικὰ ὄργανα: κιθάρες, νάβλες, τύμπανα, κύμβαλα, αὐλούς.

Πρῶτος στὴν πομπή, δίπλα στὴν Κιβωτό, τὴν ὁποία σήκωναν ἑπτὰ χοροὶ ἱερέων καὶ λευϊτῶν, ὁ ἴδιος ὁ Δαβίδ. Καὶ νὰ προεξάρχει ὅλης αὐτῆς τῆς πανηγύρεως μὲ τὰ δικά του μουσικὰ ὄργανα. «Καὶ Δαυῒδ ἀνεκρούετο ἐν ὀργάνοις ἡρμοσμένοις ἐνώπιον Κυρίου, καὶ ὁ Δαυῒδ ἐνδεδυκὼς στολὴν ἔξαλλον» (στίχ. 14). Στολὴ «ἔξαλλη» φοροῦσε ὁ Δαβίδ, δηλαδὴ στολὴ πολὺ ἀσυνήθιστη, διαφορετικὴ ἀπὸ αὐτὴν ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ φορεῖ ἕνας βασιλιάς. Εἶχε δηλαδὴ ἀπεκδυθεῖ τὴ βαρύτιμη βασιλική του ἁλουργίδα καὶ ἦταν ντυμένος μὲ μιὰ πολὺ ἁπλή, λινὴ ποδήρη ἐνδυμασία, τέτοια πού – θὰ ἔλεγε κανείς – ἦταν ἀνεπίτρεπτο γιὰ ἕνα βασιλιά. Ὅμως αὐτὸς ἔτσι ἦταν ντυμένος, ἐπίτηδες, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ παίζει ἐλεύθερα τὰ μουσικά του ὄργανα καὶ νὰ χορεύει μπροστὰ στὸν Κύριο, μπροστὰ στὴν Κιβωτό!

Πλησίαζε ἤδη ἡ πομπὴ νὰ εἰσέλθει στὴν πόλη. Καὶ τότε ἡ Μελχόλ, γυναίκα τοῦ Δαβίδ, ἄνοιξε τὸ παράθυρό της καὶ ἔσκυψε νὰ δεῖ… Καὶ εἶδε αὐτὸ τὸ θέαμα καὶ τὸν ἄνδρα της, τὸν βασιλιά, σ᾿ αὐτὴ τὴν κατάσταση, μ᾿ αὐτὴ τὴν ἐνδυμασία. «Εἶδε τὸν βασιλέα Δαυῒδ ὀρχούμενον καὶ ἀνακρουόμενον ἐνώπιον Κυρίου καὶ ἐξουδένωσεν αὐτὸν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (στίχ. 16)· τὸν χλεύασε, τὸν κατέκρινε, τὸν περιφρόνησε βαθιὰ μέσα της.

Ἔτσι καὶ τὸν προϋπάντησε. Μὲ λόγια εἰρωνικά: «Τί δεδόξασται σήμερον ὁ βασιλεὺς Ἰσραήλ»· τί δόξα εἶναι αὐτὴ σήμερα τοῦ βασιλιᾶ τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ! Νὰ βγάλει τὰ ροῦχα του μπροστὰ στὶς ὐπηρέτριες τῶν δούλων του σὰν τὸν τελευταῖο, τὸν πιὸ ἀνυπόληπτο χορευτή  (στίχ. 20)! Σὰν νὰ τοῦ ἔλεγε: «δὲν ντρέπεσαι;» 

Γιὰ νὰ πάρει τὴν ἀπάντηση, γεμάτη ἱερὴ παρρησία, τοῦ προφητάνακτος: «Καὶ παίξομαι καὶ ὀρχήσομαι ἐνώπιον Κυρίου». Καὶ θὰ παίξω μὲ τὰ μουσικά μου ὄργανα καὶ θὰ χορέψω ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, γιὰ νὰ Τὸν δοξάσω. Κι ἂς φαίνομαι τιποτένιος στὰ μάτια σου (στίχ. 21-22)!

«Καὶ παίξομαι καὶ ὀρχήσομαι ἐνώπιον Κυρίου». Ὦ μεγάλε Δαβίδ, δίδαξέ μας πῶς νὰ λατρεύουμε τὸν Κύριο τῆς δόξης!

Ὅπως οἱ ἄγγελοι. «ᾌδοντες», «βο­ῶν­τες», μὲ κραυγή, μὲ ἀλαλαγμό! «Σκιρ­τῶντες»· «χορεύοντες»· «περιχορεύον­τες» τὸ ἅγιο θυσιαστήριο. Ἔτσι λατρεύουν τὰ ἀγγελικὰ τάγματα. Ἔτσι αἰνοῦν, ψάλλουν, δοξάζουν «ἀκαταπαύστοις στόμασιν, ἀσιγήτοις δοξολογίαις» τὸν Κύριο τῆς δόξης. Τί γίνεται στὸ οὐράνιο θυσιαστήριο! Τί βοή, τί ἀλαλαγμός, τί κραυγή! «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος…» Τί κίνηση· κυκλική, χορὸς ἀέναος τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων! Στόματα πύρινα τῶν Σεραφίμ, κραυγὲς δοξαστικὲς τῶν Χερουβίμ…

Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι καὶ ὁ ἱερὸς ὑμνωδός, προκειμένου νὰ παραστήσει τὴν ἔκσταση, τὸν ἐνθουσιασμό, τὸν ἀλαλαγμὸ τῶν ἀγγελικῶν δυνάμεων, καθὼς ὑποδέχονταν τὸν βασιλέα Χριστὸ ἀναλαμβανόμενο ἀπὸ τὴ γῆ μὲ τὸ θεοδόξαστο σῶμα του, χρησιμοποιεῖ τὴν ἴδια λέξη ποὺ συναντήσαμε προηγουμένως γιὰ τὸν Δαβίδ. Γράφει ὁ μελωδός: «Ὅθεν ἔξαλλοι ἄγγελοι, ἐν στολαῖς περιϊπτάμενοι… ἐβόων». «Ἔξαλλοι ἄγγελοι»! Ἐδῶ ἀπὸ τὸ ρῆμα «ἐξαλλάομαι, -ῶμαι», δηλαδὴ περιχαρὴς πηδῶ ἐπάνω. Πηδοῦσαν, χόρευαν, σκιρτοῦσαν οἱ ἄγγελοι, καὶ βοοῦσαν, κραύγαζαν τοὺς ὕμνους τους μὲ εὐφροσύνη θεϊκή.

Ἄμποτε καὶ ἡ δική μας λατρεία νὰ ἦταν ἔτσι! Ὄχι μὲ ἄτακτες φωνὲς καὶ θορυβώδεις διαχύσεις ἐξωτερικές. Αὐτὰ εἶναι ἀπαράδεκτα μέσα  στοὺς ἱεροὺς ναούς. Δὲν ἔχει αὐτὴ τὴ σημασία τὸ περιγραφόμενο ἐδῶ γεγονός. Δὲν πρόκειται γιὰ χοροὺς μὲ κινήσεις σωματικές. Ὄχι· ἀλλὰ μὲ διάθεση ἐσωτερικὴ τέτοια, ποὺ νὰ μὴν μπορεῖς νὰ ἡσυχάσεις. Νὰ σκιρτᾶς, νὰ πηδᾶ ἡ καρδιά σου, νὰ χορεύει, νὰ χαίρεται, νὰ ἀγάλλεται, νὰ εὐφραίνεται. Νὰ τραγουδᾶ, νὰ ψάλλει, νὰ ὑμνεῖ, νὰ δοξάζει τὸν ἅγιο Θεό· διαρκῶς· μὲ νεανικὴ ὁρμή· σὰν τοὺς νεανίες τοῦ Ἰσραήλ· σὰν τὸν Δαβίδ, τὸν «χορεύοντα ἐνώπιον Κυρίου».

Ἂς χορέψουμε κι ἐμεῖς. Ἂς χορεύουμε πνευματικῶς, μὲ νεάζον φρόνημα στὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ. Ἂς φεύγουμε ἀπὸ τὴ θεία Λειτουργία μὲ τέτοια εὐφρόσυνη κούραση, σὰν ἀπὸ ὁλονύκτιο γαμήλιο συμπόσιο· εὐωχία καὶ χορό.

Ἔτσι· σὰν τὸν Δαβίδ· σὰν τοὺς ἀγγέλους τοῦ Κυρίου Σαβαώθ.