Κάνει ἐντύπωση στὶς προσευχὲς τῶν Ἁγίων, τὸ πόσο λεπτὴ πνευματικὴ ἐργασία ἔκαναν στὸν ἑαυτό τους, πῶς διέκριναν τὰ ἐλατήρια στὰ λόγια, στὶς πράξεις τους, τὶς προθέσεις, τὶς ἐνθυμήσεις τους. Ἀναγνωρίζοντας, ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, τὴν εὐδοκία, τὴν ἀγαθότητα καὶ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ στὸ πρόσωπό τους, καταδίκαζαν μὲν ἀνεπιφύλακτα τὸν ἑαυτό τους, ἔχοντας ὅμως βαθιὰ μέσα τους τὴν ἐλπίδα σ᾿ Αὐτὸν καὶ στὴ βοήθειά του.
Σ᾿ αὐτὸ τὸ κλίμα λοιπὸν διαβάζουμε σὲ μιὰ προσευχὴ τοῦ ἁγίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου: «Στόμα ἀνάξιον βοᾷ πρὸς σὲ καὶ ψυχὴ μεμολυσμένη. Ἐλέησόν με τὸν ἀκάθαρτον, τὸν μιαρόν, τὸν βέβηλον, τὸν ράθυμον, τὸν ὀξύχολον, τὸν μνησίκακον, τὸν ἀνθρωπάρεσκον…, τὸν ὑποκριτήν… ἀλλά» − ἀλλάζει τώρα ἡ ἀτμόσφαιρα, μπαίνει ἡ ἐλπίδα − «ἀλλὰ δός μοι τούτων συγχώρησιν, ταπεινοφροσύνην, σαρκὸς νέκρωσιν, πολιτείαν θεάρεστον».
Παρατηροῦμε ἐπίσης στὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνὸ νὰ λέει προσευχόμενος: «Ὑπὲρ τὸν ἄσωτον ἀσώτως ἐβίωσα, τὸ Πνεῦμά σου τὸ Ἅγιον ἐλύπησα, τὸν χρόνον ὅν μοι ἔδωκας εἰς μετάνοιαν, μετὰ τῶν ἐχθρῶν σου ἐβίωσα… Ἀλλά…» − συνεχίζει καὶ φανερώνει τώρα τὴν ἐλπίδα καὶ πεποίθησή του στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ − «ἀλλὰ μακροθύμησον καὶ ἔτι ἐπ᾿ ἐμοί, καὶ δός μοι ζωῆς προθεσμίαν καὶ ὁδήγησόν με εἰς μετάνοιαν».
Ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς προσευχῆς ἔχει περάσει καὶ στὶς Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρουμε κάποιους στίχους ἀπὸ τὴν ἕβδομη εὐχὴ τῆς θείας Μεταλήψεως: «Ἀπὸ ρυπαρῶν χειλέων, ἀπὸ ἀκαθάρτου γλώσσης, ἀπὸ βδελυρᾶς καρδίας, ἐκ ψυχῆς ἐρρυπωμένης δέξαι δέησιν, Χριστέ μου… Οἶδα, Σῶτερ, ὅτι ἄλλος ὡς ἐγὼ οὐκ ἔπταισέ σοι, οὐδὲ ἔπραξε τὰς πράξεις ἃς ἐγὼ κατειργασάμην. Ἀλλά» – πάλι αὐτὸ τὸ «ἀλλά» – «τοῦτο πάλιν οἶδα, ὡς οὐ μέγεθος πταισμάτων ὑπερβαίνει τοῦ Θεοῦ μου τὴν πολλὴν μακροθυμίαν καὶ φιλανθρωπίαν ἄκραν».
Μὲ ἀποκορύφωμα τὴν εὐχὴ τοῦ Χερουβικοῦ Ὕμνου στὴ θεία Λειτουργία: «Οὐδεὶς ἄξιος τῶν συνδεδεμένων ταῖς σαρκικαῖς ἐπιθυμίαις καὶ ἡδοναῖς προσέρχεσθαι ἢ προσεγγίζειν ἢ λειτουργεῖν σοι, Βασιλεῦ τῆς δόξης. Ἀλλ᾿ ὅμως, διὰ τὴν ἄφατον καὶ ἀμέτρητόν σου φιλανθρωπίαν… τὴν ἱερουργίαν παρέδωκας ἡμῖν ὡς Δεσπότης τῶν ἁπάντων».
Αὐτὸ τὸ «ἀλλὰ» λοιπὸν μοιάζει μὲ γέφυρα, ποὺ περνᾶ τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸν «Γολγοθᾶ» στὴν Ἀνάσταση, στὴν ἐνθάρρυνση. Πόση παρηγοριὰ καὶ ἀσφάλεια νιώθει κανείς, καθὼς αὐτὸ τὸ «ἀλλὰ» ἀλλάζει τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ψυχῆς καὶ τὴ μεταθέτει στὸν χῶρο τῆς ἐλπίδας, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν θὰ μᾶς ἀφήσει, εἶναι δίπλα μας. Εἶναι ὅμως τὸ «ἀλλὰ» στοὺς Ἁγίους καρπὸς δοκιμασμένης πίστεως καὶ ὄχι φιλολογικῆς καὶ ἀκαδημαϊκῆς γνώσεως. Οἱ Ἅγιοι εἶχαν βιώματα τῆς εὐδοκίας τοῦ Θεοῦ, παρόλο ποὺ ἔβλεπαν καὶ τὴ δική τους ἀνθρώπινη ἀδυναμία καὶ ἀνεπάρκεια. Καὶ ἔκπληκτοι ἀγκιστρώνονταν στὴν ἀγάπη του καὶ δίνονταν ἀνεπιφύλακτα σ᾿ Αὐτόν. Κατόπιν αὐτὸ τὸ «ἀλλὰ» κρύβει τὴν ἐμπειρία τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή τους. Κατανοοῦσαν τὴν ἀδυναμία τους, ἀλλὰ δὲν ἔχαναν τὴν ἐλπίδα τους στὸν Θεό. Ἔνιωθαν τὴν ἀγάπη του καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἔπαιρναν κουράγιο καὶ πεποίθηση, ὅτι θὰ τοὺς δώσει τὴ βοήθειά του καὶ ὅ,τι ἄλλο εἶναι καλὸ καὶ συμφέρον γιὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὴ ζωή τους, καὶ θεία Χάρι γιὰ νὰ Τὸν πλησιάσουν, πολεμώντας τὶς ἀδυναμίες τους. Ἐξάλλου «αἰτεῖτε καὶ δοθήσεται ὑμῖν» (Λουκ. ια΄ 9) δὲν λέει ὁ Κύριος στὸ Εὐαγγέλιο; Οἱ Ἅγιοι ζήτησαν καὶ πῆραν βοήθεια στὸν ἀγώνα τους. Ἔτσι κι ἐμεῖς νὰ ζητοῦμε γιὰ νὰ πάρουμε, ὄχι ἐπειδὴ εἴμαστε ἅγιοι, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι φιλάνθρωπος. Καὶ ἂν ἀκόμη ἀργοῦσε νὰ τοὺς δώσει τὴ βοήθειά του, δὲν ἔχαναν τὸ θάρρος καὶ τὴν ἐλπίδα τους. Λέει κάπου ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Τὸ νὰ πάρω ἢ νὰ μὴν πάρω, ἴδια καὶ τὰ δυὸ βαραίνουν, φτάνει νά ᾿ναι ὁ Θεὸς μαζί μου, κι ὅλα τ᾿ ἄλλα ἂς μὴν τὰ πάρω».
Ὅπως τὸ διαμάντι εἶναι μὲν μικρό, ἔχει ὅμως μεγάλη ἀξία, ἔτσι κι αὐτὴ ἡ λεξούλα, τὸ «ἀλλά», κρύβει μεγάλο θησαυρὸ πίστεως καὶ ἐλπίδας στὸν Θεὸ στὶς προσευχές τῶν Ἁγίων. Γιατί ἔχουμε κέρδος νὰ τὸν κάνουμε κτῆμα μας; Ὁ ἅγιος Ἱωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει σχετικῶς γιὰ τὴν ἐλπίδα στὴν ἐνίσχυση τοῦ Θεοῦ: Εἶναι κάστρο ἄπαρτο, συμμαχία ἀκαταγώνιστη, ὅπλο ἀήττητο· λιμάνι ἀσφαλισμένο. Βρίσκει διέξοδο στὰ ἀδιέξοδα (Ὁμιλία εἰς τὸν Ι΄ Ψαλμόν, ΕΠΕ 5, 516).
Ὅπως ἀκόμη ἡ ἄγκυρα, ὅταν κρεμασθεῖ ἀπὸ τὸ πλοῖο, δὲν τὸ ἀφήνει νὰ πηγαίνει ἐδῶ κι ἐκεῖ, ἔστω κι ἂν τὸ χτυποῦν τὰ κύματα καὶ οἱ ἄνεμοι, ἀλλὰ τὸ σταθεροποιεῖ, ἔτσι καὶ ἡ ἐλπίδα στὸν Θεό. Ὄχι μόνο στὰ πνευματικά, ἀλλὰ καὶ στὰ βιοτικὰ βλέπει κανεὶς τὴ μεγάλη στηρικτικὴ δύναμή της (Ὁμιλία ΙΑ΄ εἰς τὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολήν, ΕΠΕ 24, 476).
Ἔχουμε κι ἐμεῖς τὶς ἀδυναμίες μας, τὰ τρωτά μας σημεῖα, τὰ πάθη μας, κάποιες συνήθειες ποὺ μᾶς ἐκθέτουν· ὅμως δὲν εἶναι προσωπολήπτης ὁ Κύριος. Θέλει νὰ βοηθήσει καὶ γι᾿ αὐτὸ ζητεῖ λίγη πίστη, λίγο πόθο νὰ δεῖ γιὰ τὴ διόρθωσή μας. «Κάλαμον συντετριμμένον οὐ κατεάξει» (Ματθ. ιβ΄ 20). Ὅταν λοιπὸν Τὸν πλησιάζουμε μὲ ἐλπίδα ὡς τὸν Ἰατρὸ τῶν πληγῶν μας, ὡς Ἰατρὸ ψυχῶν καὶ σωμάτων, δὲν θὰ παραβλέψει τὸ αἴτημά μας.
Μακάρι καὶ σ᾿ ἐμᾶς αὐτὴ ἡ λεξούλα, τὸ «ἀλλά», νὰ εἶναι ἡ ἄγκυρα τῆς ψυχῆς μας στὸν ἀγώνα της, ἡ ἐγγύηση ὅτι πάντοτε κερδισμένοι θὰ βγαίνουμε, καὶ τὸ ἐφαλτήριο γιὰ τὴν ἐπιτυχία τῆς βοήθειας τοῦ Κυρίου μας.

