Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

«Γιατί δὲν προτιμᾶτε νὰ εἶστε ἀδικημένοι;»

Ο Σωτήρ · Τεύχος 1 Απριλίου 2026

Πολλοὶ ἄνθρωποι, ὅταν ἀδικοῦνται σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο, ἀντιδροῦν κοσμικά. Θέλουν νὰ βροῦν ὁπωσδήποτε τὸ δίκαιό τους, νὰ βάλουν τὸν ἀντίδικο στὴ θέση του, νὰ τοὺς ἀποδοθεῖ δικαιοσύνη. Θεωροῦν ἥττημά τους τὸ νὰ ὑποχωρήσουν. Τὸ θεωροῦν ἀδικία! Αὐτὸ μᾶς λέει ὁ ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος: «Οἷς ζῇ ὁ κόσμος, οὗτοι οὐ δύνανται ἀδικίαν ὑπομεῖναι». Αὐτοὶ ποὺ ζεῖ μέσα τους ὁ κόσμος, δὲν μποροῦν νὰ ὑπομείνουν ἀδικία (Ἀσκητικά, Λόγος Ε΄).

Ἀλλὰ οἱ συνειδητοὶ Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται νὰ ζοῦν πνευματικὴ ζωὴ καὶ νὰ βιώνουν τὸν ἐσταυρωμένο βίο, δὲν δικαιολογοῦνται νὰ ἐνεργοῦν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο. Ὁ αἰώνιος λόγος τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴ γραφίδα τοῦ ἀποστόλου Παύλου, μᾶς ὑποδεικνύει νὰ λύνουμε τὶς διαφορές μας μὲ πνευματικὴ ἀντιμετώπιση. Νὰ προτιμοῦμε νὰ εἴμαστε ἀδικημένοι. Νὰ δεχόμαστε νὰ ζημιωθοῦμε μᾶλλον παρὰ νὰ κινήσουμε δίκες.

«Διατί οὐχὶ μᾶλλον ἀδικεῖσθε; διατί οὐχὶ μᾶλλον ἀποστερεῖσθε;» (Α΄ Κορ. ϛ΄ 7). Γιατί δὲν προτιμᾶτε νὰ εἶσθε ἀδικημένοι; Γιατί δὲν προτιμᾶτε νὰ ζημιώνεσθε μᾶλλον παρὰ νὰ κινεῖτε δίκες; Τὸ ἄριστο θὰ ἦταν νὰ μὴν εἴχατε καθόλου διαφορές μεταξύ σας. Τὸ ὅτι ἔχετε διαφορὲς ὁ ἕνας μὲ τὸν ἄλλον ἀποτελεῖ ὁπωσδήποτε ἥττημα καὶ ἠθικὴ ἔλλειψή σας. Τὰ συννεφάκια ποὺ παρουσιάζον­ται στὶς μεταξύ σας σχέσεις ἀποδεικνύουν ὅτι τὴν πρώτη νίκη σὲ πνευματικὸ ἐπίπεδο τὴ χάσατε. Τουλάχιστον κάνετε προσ­πάθεια νὰ μὴ χάσετε τὴ δεύτερη νίκη. Βρεῖτε ἕναν τρόπο νὰ λύσετε τὶς διαφορές σας, χωρὶς νὰ πᾶτε στὰ δικαστήρια.

Πόσο σοφὴ εἶναι ἡ θεόπνευστη αὐτὴ παραίνεση τοῦ θείου Παύλου! Στοιχεῖ στὴ θεία διδασκαλία τοῦ Κυρίου μας, ὁ Ὁποῖος συνιστᾶ στὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία του: Μὴν ἀνταποδώσεις τὰ ἴσα σ᾿ αὐτὸν ποὺ σὲ ἀδίκησε. Ἀλλὰ σ᾿ αὐτὸν ποὺ θὰ σὲ ραπίσει στὸ σαγόνι σου ἀπὸ τὸ δεξιὸ μέρος, στρέψε καὶ τὸ ἄλλο μέρος. Καὶ σ’ ἐκεῖνον ποὺ θέλει νὰ κάνει δίκη μαζί σου καὶ νὰ σοῦ πάρει τὸ πουκάμισο, ἄφησέ του καὶ τὸ πανωφόρι σου. Καὶ μὲ ἐκεῖνον ποὺ θέλει νὰ σὲ ἀγγαρεύσει γιὰ νὰ τὸν συνοδεύσεις ἕνα μίλι, πήγαινε μαζί του δύο μίλια (Ματθ. ε΄ 39-41).

Ἐμεῖς συχνὰ παραπονούμαστε ὅτι ἀδικηθήκαμε πολύ, γι’ αὐτὸ διαμαρτυρόμαστε. Ἀλλὰ ὁ Κύριός μας, ὁ Ὁποῖος ἀδικήθηκε περισσότερο ἀπ᾿ ὅλους, καθόλου δὲν διαμαρτυρήθηκε. Τὸν ἔδεσαν, τὸν μαστίγωσαν, τὸν ράπισαν, τὸν ἔφτυσαν, τὸν θανάτωσαν μὲ τὸν πιὸ ἐπαίσχυντο θάνατο, ἀλλὰ δὲν ἐξέφρασε κανένα παράπονο.

Ἂν τὸ καλοσκεφθοῦμε, ὅταν ἀδικηθοῦμε σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο καὶ ὑποχωρήσουμε, ἡ ὑποχώρησή μας δὲν λογίζεται ὡς ἥττα, ἀλλὰ ὡς νίκη. Δὲν εἶναι ζημία, ἀλλὰ κέρδος. «Ἂν ἀδικήσῃς, ἠδικήθης. Ἐὰν ἀδικηθῇς, τότε οὐκ ἠδικήθης». Ἂν ἀδικήσεις ἄλλον, τότε ἀδικήθηκες ἐσύ. Ἂν ἀδικηθεῖς ἀπὸ ἄλλον, τότε δὲν ἔχεις ἀδικηθεῖ, σημειώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος (ΕΠΕ 25, 182).

Γιατί ὅμως ἔχουμε κέρδος, ὅταν ἀντιμετωπίζουμε πνευματικὰ τὶς ἀδικίες ποὺ γίνονται σὲ βάρος μας; Διότι ἡ ἀντιμετώπιση τῆς ἀδικίας κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο ἔχει εὐλογία, Χάρι, μισθὸ μεγάλο ἀπὸ τὸν Θεό. «Τοῦτο γὰρ χάρις, εἰ διὰ συνείδησιν Θεοῦ ὑποφέρει τις λύπας, πάσχων ἀδίκως», γράφει ὁ ἀπόστολος Πέτρος στὴν Α΄ Καθολικὴ ἐπιστολή του (β΄ 19). Αὐτὸ ἑλκύει τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ, τὸ νὰ ὑπομένει κανεὶς θλίψεις καὶ νὰ πάσχει ἄδικα, ἔχοντας τὴ συνείδηση ὅτι τὸ θέλει αὐτὸ ὁ Θεὸς καὶ εὐαρεστεῖται σ᾿ αὐτό.

Γράφουν τὰ ἀσκητικὰ βιβλία ὅτι κάποτε ἕνας ἀδελφὸς ρώτησε ἔμπειρο γέροντα: Πές μου ἕνα λόγο νὰ τὸν τηρήσω καὶ νὰ ὠφεληθῶ ἀπ᾿ αὐτόν; («Ἠρώτησέ τις ἀδελφὸς γέροντα λέγων· εἰπέ μοι πρᾶγμα ἵνα τηρήσω καὶ ζήσω δι᾿ αὐτοῦ;») Καὶ ὁ γέροντας τοῦ ἀπάντησε: Ἐὰν μπορέσεις νὰ ὑβρισθεῖς καὶ νὰ βαστάσεις τὴν ἀδικία ποὺ γίνεται σὲ βάρος σου, αὐτὸ εἶναι ἀνώτερο ἀπ᾿ ὅλες τὶς ἄλλες ἀρετές. («Ἐὰν δυνηθῇς ὑβρισθῆναι καὶ βαστάσαι, μέγα ἐστὶ τοῦτο ὑπὲρ πάσας τὰς ἀρετάς»)· (ὅσιος Βαρσανούφιος). Ὁ δὲ ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης ἔλεγε: «Τὴ γλυκύτερη πνευματικὴ χαρὰ τὴν ἔνιωσα μέσα στὴν ἀδικία. Γλυκύτερο πράγμα ἀπὸ τὴν ἀδικία (ἀπὸ τὸ νὰ εἶναι κανεὶς ἀδικημένος) δὲν ὑπάρχει». «Οἱ ἀδικημένοι εἶναι τὰ πιὸ ἀγαπητὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Ἔχουν στὴν καρδιά τους τὸν ἀδικημένο Χριστό. Τίποτε δὲν μᾶς ἐξομοιώνει τόσο μὲ τὸν Θεό, ὅσο τὸ νὰ παρέχουμε τὴ συγγνώμη μας σὲ ὅσους μᾶς ἀδικοῦν. Προτιμᾶτε νὰ εἶστε ἀδικημένοι, παρὰ νὰ ἀδικεῖτε τοὺς ἄλλους. Ἐκεῖνος ποὺ ἀδικεῖται καὶ συγχωρεῖ μοιάζει μὲ τὸν Ἰησοῦ» (Λόγοι Γ΄: Πνευματικὸς Ἀγώνας).

Ἡ πνευματικὴ λοιπὸν ἀντιμετώπιση τῆς ἀδικίας ἑλκύει σὰν μαγνήτης τὴ Χάρι καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ δίνει τὶς καλύτερες λύσεις στὶς διαφορὲς ποὺ παρουσιάζονται στὶς σχέσεις μας μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.

Βέβαια δὲν εἶναι εὔκολο τὸ νὰ ὑπομένει κανεὶς τὴν ἀδικία. Εἶναι δυσκατόρθωτη ἀρετή, διότι καλούμαστε νὰ κάνουμε θυσία. Καὶ μάλιστα διότι ἀναλαμβάνουμε νὰ σηκώσουμε ἑκούσια τὸν σταυρὸ τοῦ παραγκωνισμοῦ καὶ τῆς ἀπορρίψεως ἐκ μέρους τῶν συνανθρώπων μας. Ἔχει ὅμως πολὺ μεγάλη εὐλογία καὶ ἀμοιβὴ ἀπὸ τὸν Θεό.

 Ὁ ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος σὲ μιὰ ἀποστροφὴ τοῦ λόγου του ἀναφωνεῖ σχετικά: «Ὦ, πῶς δυσκατόρθωτός ἐστιν ἡ τοιαύτη ἀρετή! Οὐδεμία γὰρ ἄλλη τοιαύτη ἀρετὴ μεγάλη καὶ δυσκατόρθωτος» (Ἀσκητικά, Λόγος Ε΄). Ὤ, πόσο δυσκατόρθωτη εἶναι αὐτὴ ἡ ἀρετή! Καμιὰ ἄλλη ἀρετὴ δὲν εἶναι τόσο μεγάλη καὶ τόσο δυσκατόρθωτη!