Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ἡ διακονία

Ο Σωτήρ · Τεύχος 1 Απριλίου 2026

Ὁ Κύριος βρίσκεται στὸ τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς του. Πρὶν παραδώσει  στοὺς μαθητές του τὸ Μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ζώνεται τὸ λέντιο, μιὰ πετσέτα, καὶ πλένοντας τὰ πόδια τῶν μαθητῶν του τὰ στεγνώνει μὲ αὐτήν: «Ἐγείρεται ἐκ τοῦ δείπνου καὶ τίθησι τὰ ἱμάτια, καὶ λαβὼν λέντιον διέζωσεν ἑαυτόν· εἶτα βάλλει ὕδωρ εἰς τὸν νιπτῆρα, καὶ ἤρξατο νίπτειν τοὺς πόδας τῶν μαθητῶν καὶ ἐκμάσσειν τῷ λεντίῳ ᾧ ἦν διεζωσμένος» (Ἰω. ιγ΄ 4). 

Ὅταν τελείωσε τὸ πλύσιμο τῶν ποδιῶν τῶν μαθητῶν, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς προβαίνει στὴ διακήρυξη μιᾶς θεμελιώδους καὶ βασικῆς ἀρχῆς τῆς ζωῆς τῶν μαθητῶν του, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν Χριστιανῶν: «Ὑπόδειγμα δέδωκα ὑμῖν, ἵνα καθὼς ἐγὼ ἐποίησα ὑμῖν, καὶ ὑμεῖς ποιῆτε» (Ἰω. ιγ΄ 15). Σᾶς ἔδωσα τέλειο παράδειγμα· ὅπως ἐγὼ ἔκανα σ’ ἐσᾶς, ἔτσι κι ἐσεῖς νὰ κά­νετε ὁ ἕνας στὸν ἄλλον, δηλαδὴ ἀπὸ ἀγάπη νὰ ταπεινώνεσθε καὶ νὰ ὑπηρετεῖτε τὸν πλησίον.  Ἐὰν ἐγὼ ὁ Κύριος καὶ ὁ Δι­δάσκαλος ἔνιψα τὰ πόδια σας, κι ἐσεῖς ὀφείλετε «ἀλλήλων νίπτειν τοὺς πόδας».

Ἀπὸ τὶς πρῶτες ἡμέρες τῆς δημόσιας δράσεώς του ὁ Κύριος συμπεριφέρθηκε ὡς ὑπηρέτης, ὡς δοῦλος καὶ διάκονος τῶν ἀνθρώπων, καθὼς ἦλθε γιὰ νὰ διακονήσει καὶ ὄχι γιὰ νὰ διακονηθεῖ: «Οὐκ ἦλθον διακονηθῆναι ἀλλὰ διακονῆσαι» (Ματθ. κ΄ 28, Μάρκ. ι΄ 45). Ἡ διακονία του ἦταν διακονία ἀγάπης καὶ εὐσπλαχνίας. Ὅλη ἡ τριετὴς παρουσία του στὴ γῆ μας ἦταν φιλάνθρωπη, γεμάτη ἀγάπη πρὸς τὸν ἄνθρωπο, τὸν ἄρρωστο, αὐτὸν ποὺ πενθεῖ, τὸν πονεμένο πατέρα καὶ τὴ μάνα, πρὸς κάθε ἀναγκεμένο κάθε ἡλικίας.

Ὁ θεῖος Διδάσκαλος περιβάλλει μὲ «σπλάγχνα οἰκτιρμῶν» τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ καταφεύγουν κοντά του μὲ εἰλικρινὴ διάθεση διορθώσεως τῆς ζωῆς τους. Δέχεται ἔτσι τὴ μετάνοια τοῦ Ζακχαίου καὶ τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας. Συγ­καταριθμεῖ στὸν κύκλο τῶν μαθητῶν του τὸν πρώην τελώνη καὶ κατόπιν εὐαγγελιστὴ Ματθαῖο. Ἀργότερα θὰ ἀναδείξει σκεῦος ἐκλογῆς του ἕναν πρώην διώκτη, τὸν Σαῦλο, ὁ ὁποῖος θὰ γίνει ὁ μέγας ἀπόστολος Παῦλος. Συγκαταβαίνει νὰ διαθέσει νυκτερινὲς ὧρες, προκειμένου νὰ διδάξει τὸν Νικόδημο, ποὺ καταφεύγει πλησίον του γιὰ νὰ γνωρίσει τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Ἔπειτα ἀπὸ τὸν κόπο τῆς ὁδοιπορίας, ἐνῶ ἔχει ἀνάγκη νὰ ξεκουρασθεῖ, συζητεῖ στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακὼβ μὲ τὴ Σαμαρείτιδα γυναίκα καὶ τὴν ὁδηγεῖ στὴ σωτηρία.

Διακονεῖ ὡστόσο ἰδιαίτερα τοὺς μαθητές του. Τοὺς καταρτίζει, τοὺς ἐπεξηγεῖ τὸ βαθύτερο νόημα τῆς θείας διδασκαλίας του καὶ τῶν παραβολῶν. Τοὺς δίνει ὁδηγίες γιὰ τὴ διακονία στὸ ἔργο τοῦ εὐαγγελισμοῦ τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Ὅλη ἡ τριετὴς δράση του εἶναι διακονία φιλανθρωπίας καὶ ἀγάπης πρὸς αὐτούς.

Ἦταν φυσικὸ οἱ Ἀπόστολοι καὶ Μαθητὲς τοῦ Κυρίου νὰ κρατήσουν τὴ θεμελιώδη αὐτὴ ἀρχὴ καὶ βάση τῆς ζωῆς καὶ δράσεως ποὺ ὁ Ἰησοῦς χάραξε. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἐμφοροῦνται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς διακονίας τῶν ἀδελφῶν. Θὰ ἀσκήσουν πρωτίστως τὴ φιλανθρωπία. Καὶ ὅταν θὰ πληθυνθοῦν οἱ πιστοί, θὰ ὀργανωθεῖ ἡ ἰδιαίτερη τάξη τῶν Διακόνων, προκειμένου νὰ καλυφθοῦν οἱ ἀνάγκες τῶν Χριστιανῶν.

Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἀπὸ τὶς πρῶτες ἡμέρες μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου θὰ θεραπεύσει τὸν χωλὸ ποὺ βρίσκεται στὸ Ναό. Θὰ ἀναστήσει τὴν Ταβιθά· θὰ ὁδηγήσει στὴν ὀρθὴ πίστη πρὸς τὸν Χριστὸ τὸν ἑκατόνταρχο Κορνήλιο.

Βέβαια καὶ γιὰ τὸν κάθε Χριστιανὸ ἡ διακονία τῶν ἀδελφῶν ἀπαιτεῖ κόπους, αὐταπάρνηση. Ἀπαιτεῖ πολλὲς φορὲς καὶ ὑπομονή, μακροθυμία στὰ ἱεραποστολικὰ ἔργα τῆς Ἐκκλησίας, προκειμένου νὰ καταστεῖ καὶ ἀναδειχθεῖ κάποιος − παιδί, νέος, ὥριμος − «εὔχρηστος εἰς διακονίαν» (Β΄ Τιμ. δ΄ 11). Τὸ παράδει­γμα τοῦ Κυρίου αὐτὸ μᾶς ἔδειξε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας, ἀλλὰ γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς ἀδελφούς του, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ ἀδελφοί μας.

Κάποτε ὅμως ἡ διακονία τῶν ἀδελφῶν εἶναι πιθανὸν νὰ ἀπαιτήσει ὑπηρεσίες εὐτελέστερες καὶ ταπεινωτικές, ὅπως στοὺς ἀσθενεῖς μας, θυσία κόπου καὶ χρόνου, ὅταν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσουμε τὴν ἰδιαίτερή τους ἀνάγκη. «Ἐγώ εἰμι ἐν μέσῳ ὑμῶν ὡς ὁ διακονῶν» (Λουκ. κβ΄ 27). Πόση δύναμη ἀντλοῦμε τότε γιὰ νὰ ἀνταποκριθοῦμε, ὅταν σκεφτόμαστε ὅτι ὁ ταπεινὸς διάκονος ὅλων μας Ἰησοῦς μᾶς στηρίζει μεταγγίζοντάς μας Χάρι, δύναμη καὶ εὐλογία!

Ἡ διακονία εἶναι ἔργο ἱερό, ἔργο ἀγγελικό, θεϊκό. Ἀποτελεῖ ἰδιαίτερη τιμὴ γιὰ ὅλους μας νὰ ὑπηρετοῦμε τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὴ ἡ θεμελιώδης ἀρχὴ δὲν πρέπει νὰ διαφεύγει ἀπὸ τὴ σκέψη τοῦ κάθε Χριστιανοῦ, ἀλλὰ νὰ φροντίζει ὥστε ἡ ζωή του νὰ κινεῖται μέσα στὰ ἔργα τῆς διακονίας καὶ τῆς ἀγάπης, ἀκολουθώντας πιστὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Κυρίου μας.