Δὲν συμβαίνει συνεχῶς. Ὅποτε συμβαίνει ὅμως, μᾶς εἶναι εὐχάριστο. Ἂν μάλιστα δὲν τὸ περιμένουμε, μᾶς χαροποιεῖ καὶ μᾶς φιλοτιμεῖ. Ἂς εἶναι καὶ μικρὸ ἢ λιτὸ κάποιες φορές. Ὁ λόγος γιὰ τὴ μικρὴ προσφορὰ ποὺ μᾶς γίνεται σὲ μιὰ παρέα, σὲ μιὰ ὑπηρεσία, σὲ μιὰ ἐργασία ποὺ βρισκόμαστε: τὸ κέρασμα.
Ἕνα κέρασμα ἀμέσως ἀλλάζει τὴν ἀτμόσφαιρα, γλυκαίνει τοὺς παρισταμένους, χαλαρώνει τὸ κλίμα, φέρνει πιὸ κοντὰ ἐκεῖνες τὶς στιγμὲς τοὺς ἀνθρώπους. Εἶναι ἔνδειξη εὐγένειας καὶ ἐκτιμήσεως ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ τὸ προσφέρουν.Ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ποὺ τὸ ἀπολαμβάνουν, ἔχουν, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν εὐχαριστία, καὶ ἕνα – δύο καλὰ λόγια νὰ ποῦν, γεγονὸς ποὺ ζεσταίνει τὴν ὁμήγυρη. Τὰ γνωρίζουμε αὐτά, δὲν μᾶς εἶναι ἄγνωστα.
Ἂν μᾶς κεράσει ὁ διευθυντὴς τῆς ὑπηρεσίας μας, χαιρόμαστε. Μᾶς σκέφθηκε, λέμε. Μᾶς φιλοτιμεῖ, ὥστε νὰ εἴμαστε περισσότερο ὑπεύθυνοι καὶ ἀποδοτικοὶ στὸν τομέα μας. Πολλὲς φορὲς εἶναι καὶ ἔνδειξη ἀναγνωρίσεως τῶν προσπαθειῶν μας. Ἂν πάλι τὸ πάρουμε ἀπὸ πρόσωπο ποὺ ἔχει μεγάλη ὑπεύθυνη θέση στὸν κοινωνικὸ ἱστὸ τοῦ τόπου, ἐκεῖ πιὰ καμαρώνουμε, μᾶς ζεσταίνει τὴ διάθεση καὶ τὸν ζῆλο, τὸ λέμε καὶ στοὺς δικούς μας νὰ χαροῦν κι ἐκεῖνοι.
Προτοῦ πάρει ὅμως τὸ κέρασμα στὰ χέρια του αὐτὸς ποὺ τὸ δέχθηκε, δὲν τὸ εἶχε. Δὲν ἦταν δικό του. Κάποιος ἄλλος τὸ σκέφθηκε, τὸ ἑτοίμασε, τὸ στόλισε καὶ τὸ πρόσφερε. Τώρα τὸ ἀπολαμβάνει καὶ εὐχαριστεῖ. Ἀπολαμβάνει μὲ τὰ μάτια τὴν ὀμορφιά του, μὲ τὴν ἁφὴ καθὼς τὸ κρατεῖ, μὲ τὴν ὄσφρηση, μὲ τὴ γεύση καθὼς τὸ γεύεται.
Ἀντίστοιχα μποροῦμε νὰ σκεφθοῦμε καὶ γιὰ κάποια ἄλλου εἴδους κεράσματα. Ἐννοοῦμε τὰ δῶρα ποὺ μᾶς ἔχει χαρίσει ὁ Δημιουργός μας. Αὐτὸς ποὺ μᾶς δημιούργησε, μᾶς ἔδωσε τὸ σῶμα μὲ τὶς αἰσθήσεις του, τὰ μέλη του, τὴ λειτουργικότητά τους, γιὰ νὰ ἀνταποκρίνεται στὶς ἀπαιτήσεις τοῦ ὑλικοῦ κόσμου, τὸ λογικὸ καὶ τὴν ψυχή.
Τί γίνεται ὅμως; Ἔρχεται ἡ ἀλήθεια αὐτὴ στὴ σκέψη μας; Συχνὰ σηκωνόμαστε τὸ πρωὶ βαρύθυμοι, γινόμαστε κουραστικοὶ στοὺς δικούς μας. Ἐντάξει, ὑπάρχουν τὰ προβλήματα, μικρὰ καὶ μεγάλα. Δὲν λείπουν, ὅπως τὰ κύματα ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ τὰ σύννεφα ἀπὸ τὸν οὐρανό.
Τί ὡραῖο θὰ ἦταν ἀνοίγοντας τὰ μάτια μας τὸ πρωὶ νὰ λέμε: «Δόξα τῷ Θεῷ» ποὺ βλέπω τοὺς δικούς μου, τὸν οὐρανό, τὸν ἥλιο· ποὺ ἀντιλαμβάνομαι τὸν κόσμο. Πόσοι ἄλλοι στεροῦνται αὐτὴ τὴν ὥρα αὐτὲς τὶς δυνατότητες. Δὲν μοῦ τὰ στέρησε ἐμένα ὁ Θεός. Δὲν βλέπω «τυχαῖα». Δὲν ἀκούω «τυχαῖα». Δὲν περπατῶ «τυχαῖα». Ἡ ἀγάπη του ἡ προσωπικὴ γιὰ μένα καὶ ἡ πρόνοιά του μὲ χαρίτωσαν – τί ὡραία λέξη! – μὲ αὐτὰ τὰ στολίδια, μὲ αὐτὰ τὰ «κεράσματα».
Πόσο πλούσιος τελικὰ εἶμαι! Εἶμαι στὸ σπίτι, στὴν ἐργασία, στὸν δρόμο μὲ φίλους, χάρη στὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ συναναστρέφομαι καὶ προχωρῶ στὴ ζωή μου. Πόσοι θὰ ζήλευαν τὴν ἀρτιμέλειά μου καὶ θὰ ἔλεγαν ἑκατομμύρια «Δόξα σοι, ὁ Θεός», ἂν ἔπαιρναν κάτι ἀπ᾿ αὐτὰ ποὺ ἔχω καὶ τώρα τὸ στεροῦνται.
Θυμᾶμαι τὸν φίλο μου, τὸν συνεργάτη μου, τὸν συγγενή μου ποὺ μὲ κέρασαν. Νὰ μὴ θυμηθῶ καὶ τὸν Θεό μου γι᾿ αὐτὰ τὰ καθημερινά, ποὺ τὰ ἔχω συνηθίσει καὶ δὲν εἶναι καθόλου μικρά; Αὐτὰ μὲ ἀνάγουν σὲ εὐχαριστία, καὶ ἀπὸ αὐτά, ὅποτε μπορῶ, περνῶ καὶ στὴν εὐχαριστία γιὰ τὰ μεγάλα δῶρα του, τὰ μεγάλα «κεράσματά» του. Ἡ εὐχαριστία στὸν Θεὸ γιὰ τὶς δωρεές του εἶναι τὸ πιὸ εὐωδιαστὸ θυμίαμα καὶ ἡ καλύτερη θυσία.
Μακάρι αὐτὲς οἱ γραμμὲς νὰ εἶναι μιὰ μικρὴ ἀφορμὴ νὰ ξαστερώσει ἡ διάθεσή μας καὶ νὰ θυμηθοῦμε εὐγνώμονα τὰ καθημερινὰ πλούσια «κεράσματα» τοῦ Θεοῦ σ᾿ ἐμᾶς καὶ τοὺς δικούς μας.

