Κατά τήν περίοδο 2017 – 2020, κατά τήν ὁποία ὑπηρέτησα ὡς Πρέσβης τῆς Ἑλλάδας στό Χαράρε της Ζιμπάμπουε (πρώην Νότιος Ροδεσία), μέ παράλληλη διαπίστευση στή Ζάμπια (πρώην Βόρειος Ροδεσία) καί στό Μαλάουι, εἶχα τήν εὐκαιρία νά γνωρίσω ἀπό κοντά τίς ὄμορφες αὐτές χῶρες τῆς Ὑποσαχάριας Ἀφρικῆς, μαθαίνοντας, μεταξύ ἄλλων, ἀρκετά καί γιά τή ζωή τῶν Ἀφρικανῶν αὐτοχθόνων, καθώς καί γιά τήν ἐκεῖ ἀποστολή τοῦ Ἑλληνορθοδόξου Πατριαρχείου Ἀλεξανδρείας.
Ἡ Ἑλληνική Πολιτεία, ἀναγνωρίζοντας τό σημαντικό ἔργο τοῦ Πατριαρχείου, παρέχει συνδρομή καί στήριξη στήν Ἐκκλησία τῶν Ἀλεξανδρέων, μέσῳ τῶν Διπλωματικῶν καί Προξενικῶν Ἀρχῶν μας στήν Μαύρη Ἤπειρο, μεταξύ τῶν ὁποίων καί τῆς Πρεσβείας μας στό Χαράρε, πού διατηρεῖ ἁρμονική συνεργασία μέ τήν ἐκεῖ ἑδρεύουσα Ἱ. Μητρόπολη Ζιμπάμπουε καί Ἀγκόλας.
Ὁ ἀριθμός τῶν ὀρθοδόξων ἰθαγενῶν στή Ζιμπάμπουε ἀνέρχεται σέ περί τούς 5.000, ἐνῶ ὁ ἀριθμός τῶν ὁμογενῶν σέ περί τούς 1.300.
Ἡ Ἱ. Μητρόπολη Ζιμπάμπουε διαθέτει στή χώρα 12 ἱερούς ναούς καί παρεκκλήσια, καθώς καί 4 Ἱεραποστολικά Κέντρα, στήν πρωτεύουσα Χαράρε καί στίς πόλεις Μπουλαβάγιο καί Μαροντέρα. Τό ἔμψυχο ὑλικό της ἀποτελεῖται ἀπό 8 κληρικούς, ὑπό την ποιμαντορία τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ζιμπάμπουε καί Ἀγκόλας κ. Σεραφείμ.
Κατά τή διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας μου στό Χαράρε, εἶχα τήν τιμή νά παρευρεθῶ στήν ἐκεῖ ἐπίσκεψη τῆς Α.Θ.Μ. τοῦ πατριάρχου κ.κ. Θεοδώρου Β΄ (10 Ὀκτωβρίου 2018) ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῶν ἑορτασμῶν γιά τά 50 χρόνια ἀπό τήν ἵδρυση τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Ζιμπάμπουε.
Κατά τήν ἐπίσκεψή του ὁ Μακαριώτατος προέστη Θείας Λειτουργίας στό ναΰδριο τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου πού εὑρίσκεται στόν περίβολο τῆς οἰκίας τῆς Ἀρχόντισσας τῶν Ἐκκλησιῶν τοῦ Πατριαρχείου κας Ἀριάδνης Ψύλλου, ἐνῶ μετά τό πέρας αὐτῆς ἀνέγνωσε Ἀπόφαση τοῦ Πατριαρχείου περί ἁγιοκατατάξεως τῆς μακαριστῆς Εὐτέρπης Χιωτέλλη ἀπό τή Μήθυμνα τῆς Λέσβου.
Στήν ἀνωτέρω Ἀπόφαση ὁρίζεται ὅτι ἐφεξῆς ἡ ὁσία Εὐτέρπη θά συναριθμεῖται μέ τούς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας, «τιμωμένη παρά τῶν πιστῶν καί ὕμνοις ἐγκωμίων γεραιρομένη, κατ’ ἔτος, τῇ ὀγδόῃ τοῦ μηνός Ὀκτωβρίου, ἡμέρα τῆς πρός Κύριον ἐκδημίας αὐτῆς».
Ἡ ἁγία Εὐτέρπη διῆλθε τούς τελευταίους μῆνες τοῦ βίου της στό Χαράρε, καί τό σκήνωμά της, εὐωδιάζον, κατετέθη σέ περικαλλῆ λάρνακα δίπλα στό προαναφερθέν ναΰδριο, ὑπογραμμίζοντας καί μέ αὐτόν τόν τρόπο ὅτι εἶναι προστάτις τῶν Ὀρθοδόξων Ἀφρικανῶν.
Ὅπως σημειώνεται στόν Συναξαριστή τῆς ἀσματικῆς ἀκολουθίας πού συνέγραψε ὁ Δρ Χαράλαμπος Μ. Μπούσιας, Μεγάλος Ὑμνογράφος τῆς τῶν Ἀλεξανδρέων Ἐκκλησίας, ἡ ἁγία Εὐτέρπη γεννήθηκε στό χωριό Ἁγία Παρασκευή τῆς Ἐπαρχίας Μηθύμνης τῆς Λέσβου (1922), ὅπου μεγάλωσε καί δημιούργησε τήν οἰκογένειά της.
Εἶχε ρίζες ἀπό τήν περιοχή τῆς Σμύρνης τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, γιά τήν ὁποία ἔλεγε μέ πόνο ὅτι «…χάσαμε τά ἄγια χώματα τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἐκεῖ πού δίδαξαν οἱ Ἀπόστολοι, ἐκεῖ πού ἔδρασαν μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἐκεῖ πού μαρτύρησαν πολλοί ἅγιοι γιά τήν πίστη τους…».
Τήν παιδική της ἡλικία διῆλθεν ἐν φόβῳ Θεοῦ, συνομιλοῦσα μετά τοῦ «Κρυπτοῦ Χριστοῦ», τοῦ ὁποίου τήν εἰκόνα, δῶρο τῆς γιαγιᾶς της ἀπό τήν Μικρά Ἀσία, φύλαγε στήν κρύπτη τοῦ σπιτιοῦ της.
Μέ τήν εὐλογία τῶν γονέων της ἦλθε εἰς γάμου κοινωνία τό 1939, μέ τόν Χριστόφα Χιωτέλλη, μέ τόν ὁποῖο ἀπέκτησε δύο θυγατέρες καί χάριτι θείᾳ συνδέθηκε μέ τόν Ἐπίσκοπο Μηθύμνης Ἰάκωβο Μαλιαρό, φιλάρετο καί φιλάγιο, τοῦ ὁποίου καί ἔγινε στενή συνεργάτις στή διακονία τῆς ἀγάπης. Ὅμως, ἡ εὔθραυστη ὑγεία τοῦ Ἰακώβου τόν ὁδήγησε στήν Ἀθήνα, καί ἡ Εὐτέρπη πρόθυμα καί θυσιαστικά τόν ἀκολούθησε γιά νά τόν διακονεῖ. Τά χρόνια τῆς διαμονῆς της στήν Ἀθήνα ἡ Εὐτέρπη τά πέρασε μέ πολλές θλίψεις, ἰδίως μέ τόν θάνατο τοῦ Ἐπισκόπου Ἰακώβου, πού ἦταν ὁ πνευματικός της πατέρας, ἀλλά καί μέ τόν θάνατο τοῦ συζύγου της καί τῆς κόρης της πού διέμενε στό Κονγκό.
Μέσῳ τοῦ φιλάγιου γιατροῦ Χαραλάμπους Σταθάκη, ἡ Εὐτέρπη ἦρθε σέ πνευματική ἐπικοινωνία μέ τήν προαναφερθεῖσα Ἀρχόντισσα τοῦ Πατριαρχείου, ἐπιχειρηματία Ἀριάδνη Ψύλλου. Ὅταν πῆγε στό Χαράρε, τόν Αὔγουστο τοῦ 2000, παίρνοντας μαζί της καί τήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ τῆς Κρύπτης, συνάντησε τόν τότε Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας Πέτρο τόν Ζ΄, τόν ὁποῖο ἐξέπληξε μέ τή δύναμη τῆς προσευχῆς της, ἀφοῦ προσευχόταν διαρκῶς γιά τούς ἀδυνάτους, τούς ἐνδεεῖς, τούς ἐμπεριστάτους καί ὅλους ὅσους ὑπέφεραν.
Ἡ ἁγία Εὐτέρπη συνήθιζε νά ὑπογραμμίζει ὅτι τό πᾶν εἶναι νά ἔχεις καλούς λογισμούς καί νά εὔχεσαι πάντα τό καλό. Ἐπίσης τόνιζε ὅτι μεγάλη ἀρετή εἶναι ἡ προσφορά σου νά εἶναι σιωπηλή, δηλαδή οἱ ἐλεημοσύνες νά γίνονται ἐν κρυπτῷ, καθώς καί νά βάζεις τίς σωστές προτεραιότητες σέ κάθε σου ἐνέργεια.
Ὁ Θεός τήν ἀξίωσε νά προβλέψει τήν κοίμησή της, στίς 8 Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 2000. Ὅταν ἔγινε ἡ ἀνακομιδή τῶν λειψάνων της, τρία χρόνια μετά τήν ταφή της, τό σκήνωμά της βρέθηκε ἄφθαρτο καί εὐωδιάζον.
Καί τό Συναξάρι τῆς Ἁγίας καταλήγει: «Οὕτως ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος τήν μητέρα ἡμῶν Εὐτέρπην, τήν σιωπῶσαν ἐν πολλοῖς, ἀείποτε προσευχομένην, βοηθοῦσαν τοῖς πᾶσι καί κατευθύνουσαν τούς αὐτῇ προσιόντας πρός ἀρετῆς ὁλοκλήρωσιν».
Τοῦ Γεωργίου Λ. Μαρκαντωνάτου, πρώην Πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος στὸ Χαράρε

