Τό περιστατικό μοῦ τό ἀφηγήθηκε μία συνάδελφος, φιλόλογος, ἡ ἴδια πού τό ἔζησε.
Πρό ἐτῶν τοποθετήθηκε ὡς διευθύντρια στό Λύκειο Μάνδρας Ἀττικῆς. Κοντά στήν Παναγία τή Γοργοεπήκοο.
Ἔμεινε ἐκεῖ δέκα χρόνια.
Κάποια χρονιά, τό σχολεῖο ἑτοιμαζόταν γιά τή γιορτή τῆς 28ης Ὀκτωβρίου καί οἱ μαθητές ἦταν ἔξω, σέ πρόβα γιά τήν παρέλαση. Βγῆκε κι ἐκείνη.
Τήν εἶδε ὁ σημαιοφόρος τοῦ σχολείου καί τῆς εἶπε: «Κυρία, ἐγώ δέν γουστάρω νά κρατήσω σημαία».
Ἔκπληκτη ἐκείνη, ἀλλά ἑτοιμόλογη:
«Ἔχεις δίκιο, παιδί μου, ἐγώ φταίω. Γιατί δέν ρώτησα τή σημαία ἄν σέ δέχεται γιά σημαιοφόρο».
Καί στρεφόμενη σέ ἕναν ἄλλο μαθητή, τοῦ εἶπε: «Πάρε ἐσύ, παιδί μου, τή σημαία!».
«Μά ἐγώ εἶμαι μαθητής τοῦ ἕνδεκα…».
«Ἄς εἶσαι, ἐδῶ μετράει τό ἦθος».
Καί ὁ μαθητής τοῦ ἕνδεκα, στό τετράμηνο ἔφτασε στό δεκαοκτώ, καί στό τέλος στίς Πανελλαδικές, πέρασε στή Σχολή Εὐελπίδων!
Μετά ἀπό τέσσερα χρόνια ἦρθε καί τή βρῆκε στό σχολεῖο.
«Κυρία, εἶπε, χθές ὁρκίστηκα καί σήμερα ἦρθα νά σᾶς χαρίσω τό σπαθάκι μου. Χάρη σέ σᾶς εἶμαι σήμερα ἀξιωματικός».
Ἄφωνη ἐκείνη… Μά συνῆλθε ἀμέσως.
«Ἔχεις αὐτοκίνητο;», ρωτάει.
«Μάλιστα, κυρία».
«Πᾶμε τώρα ἐδῶ πιό πάνω, στό μοναστήρι τῆς Παναγίας τῆς Γοργοεπηκόου, νά καταθέσεις ἐκεῖ τό σπαθάκι σου. Γιατί Ἐκείνη ἦταν πού σέ βοήθησε, ἀφοῦ προστατεύει τήν περιοχή μας. Κι ἐσύ Τήν τιμᾶς, ἀφοῦ εἶσαι παιδί μέ εὐσέβεια καί ἦθος».
Καί ἔτσι ἔγινε.
Αἰκατερίνη Κατσ.-Σιδ., Ἐλευσίνα

