• Ἀσπασία: εὐπρόσδεκτη, ἀγαπητή (ἀσπάζομαι = ὑποδέχομαι κάποιον μέ χαρά).
• Γεώργιος: αὐτός πού ἀνήκει στή «γεωργία» (σύνθεση τῶν λέξεων: γῆ + ἔργον= μεθοδική, ποιοτική ἐνασχόληση μέ τή γῆ).
• Ἰάσων: αὐτός πού πρόκειται νά θεραπεύσει (ἴασις =θεραπεία).
• Ἰωάννης: μεταφράζεται μέ τό ἑλληνικό ὄνομα Θεόδωρος [ἀπό τό ἑβραϊκό Γιεχόαναν = ὁ Ἰεχωβᾶ (Θεός) εἶναι γενναιόδωρος].
• Κίμων: αὐτός πού βαδίζει γρήγορα, ὁ θυελλώδης (ἀρχαῖο ἑλληνικό «κίω»= κινοῦμαι γρήγορα).
• Κλεόνικος: ὁ ἔνδοξος νικητής (τό κλέος δηλ. ἡ δόξα + νίκη).
• Κλεοπάτρα: ἡ δόξα τῆς πατρίδος (τό κλέος + πάτρα).
• Κωνσταντίνος: τό ἀντίστοιχο τοῦ ἑλληνικοῦ ὀνόματος Εὐστάθιος, δηλ. ἀμετάβλητος (λατινική λέξη constans = σταθερός).
• Μενέλαος: αὐτός πού παραστέκεται στό πλευρό τοῦ λαοῦ του (μένω + λαός).
• Ὀρέστης: αὐτός πού διαμένει στά ὄρη (ὄρος + ἑστία).
• Πάτροκλος: ὅποιος δοξάζει τήν πατρίδα (πάτρα + κλέος) ἤ τόν πατέρα (πατήρ +κλέος) ἤ φέρει τή δόξα τοῦ πατέρα του.
• Τιμόθεος: αὐτός πού τιμᾶ τόν Θεό (τιμή + Θεός).
Εὐγένιος

