Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

«Εἰς μνημόσυνον αἰώνιον»

Η Δράση μας · Τεύχος Μαΐου 2026

29 Μαΐου 1453. «Ἡ Πόλις ἑάλω!» Μαύρη σελίδα στήν Ἱστορία μας καί στήν Ἱστορία τοῦ κόσμου. Καί μιά μορφή νά προβάλλει γιά πάντα σάν ἀστραπή μέσα ἀπό τά μαυρισμένα ἐρείπια τῆς Βασιλεύουσας. Μιά μορφή σύμβολο τῆς σταύρωσης, ἀλλά καί τῆς ἐλπίδας γιά ἀνάσταση τοῦ Γένους. Ὁ τελευταῖος Βασιλιάς, ὁ Κωνσταντίνος Δραγάτσης Παλαιολόγος. Στόν Μυστρά ἔγινε ἡ πιό μελαγχολική στέψη. Ὅλοι ἤξεραν.

Ὁ Φώτης Κόντογλου, στό θρηνητικό συναξάρι, ὅπως τό λέει, γιά τόν τελευταῖο βασιλιά, γράφει:

«Ἐτοῦτος ὁ Βασιλιάς Κωνσταντῖνος ὁ Παλαιολόγος ὅπου θέλω νά ἱστορήσω δέν ἐστάθηκε κανένας εὐτυχισμένος καί πολυχρονεμένος καί δοξασμένος εἰς τήν ζωήν του, ἀλλά ἦτον ἕνας ἄνθρωπος βασανισμένος καί πικραμένος. Ὅσες ἡμέρες ἔζησε εἰς τόν κόσμον, ψωμί εἰρηνεμένον δέν ἔφαγε. Φαρμάκι ἦτον τό νερό ὁποῦ ἔπινε. Ἦλθεν εἰς τόν κόσμον εἰς καιρόν φουρτουνιασμένον, γιά νά γίνει βασιλέας ἀπάνω εἰς ἕνα ἔθνος ὅπου εὐρισκότανε εἰς ἀγωνίας καί ἀγῶνα ἀκατάπαυστον ἀπό τότε ὅπου ἐπλάθη ἡ οἰκουμένη καί ἦτον πλέον κατακουρασμένο, πτωχό, κτυπημένο ἀπό ἀνατολή καί δύσιν, καί αὐτός ἦτον ὁ τελευταῖος ἀπό τό γένος του, ἀληθινός Παλαιολόγος, κι ἐσήκωσεν ἀπάνω του τά κρίματα τοῦ λαοῦ του καί ἀντί κορώναν ἐφόρεσε τόν ἀκάνθινον στέφανον. Τριμμένη καί παλαιά ἦτον ἡ χλαμύδα του ἡ βασιλική, τεταπεινωμένον τό σκῆπτρον του. Θλιμμένον ἦτον τό πρόσωπόν του, ταπεινόν τό σχῆμα του. Ὡσάν τροπάρια ἦσαν τά λόγια του.[…] Αὐτό τό στόμα ποτέ δεν ἐπρόσταζεν, ἀλλά ὁλοένα ἐπαρακαλοῦσεν, και τά μάτια του ἐτρέχανε ὡσάν βρῦσες: παρακαλῶ ὑμᾶς άδελφοί, ἵνα στῆτε ἀνδρείως καί μετά γενναίας ψυχῆς. Καλῶς γινώσκετε, ἀδελφοί, ὅτι ὀφείλομεν κοινῶς πάντες ἵνα προτιμήσωμεν τόν θάνατον μᾶλλον ἤ τήν ζωήν, πρῶτον ὑπέρ τῆς πίστεως ἡμῶν καί εὐσεβείας, δεύτερον ὑπέρ τῆς πατρίδος· ἄν ὁ Θεός, διά τά ἐμά πλημμελήματα, δέν δώσει τήν νίκην εἰς ἡμᾶς, θά κινδυνεύσωμεν ὑπέρ τῆς πίστεως ἡμῶν τῆς ἁγίας, ἥν ἐδωρήσατο ἡμῖν ὁ Χριστός διά τοῦ οἰκείου αἵματος. Διότι τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐάν κερδίσῃ τόν κόσμον ὅλον καί ζημιωθῇ τήν ψυχήν αὐτοῦ;[…] 1

Δι᾿ αὐτόν ἡ Κωνσταντινούπολις δέν ἦτο μονάχα ἡ δοξασμένη πόλις ὅπου ἐβασίλευσε χίλιους χρόνους ἐπάνω εἰς τήν οἰκουμένην, ἀλλά καί ἡ σεβάσμια Κιβωτός τῆς Χριστιανοσύνης καί τῆς Ὀρθοδοξίας ὅπου ἐφύλαξε μέσα εἰς τά μυστικά ἀμπάρια της τά δόγματα τῆς ἀμωμήτου θρησκείας μας καί κάθε λογῆς ἁγιασμένην τέχνην καί σοφίαν. […]

Μέ ὅσα κι ἄν ἔκανε δέν μπόρεσε νά γλιτώσει ἀπό ὅ,τι εἶχε γραμμένον ὁ Θεός διά τό ἔθνος μας. Ἐσκοτώθη πολεμῶντας εἰς τήν καστρόπορταν τοῦ Ρωμανοῦ εἰς τάς 29 Μαΐου 1453 τό πρωί, ἐβγαίνοντας ὁ ἥλιος. Ἦν δέ πᾶσα ἡ ζωή τοῦ ἀοιδήμου ἐν βασιλεῦσι καί γαληνοτάτου καί μάρτυρος τούτου χρόνοι τεσσαράκοντα ἐννέα καί μῆνες τρεῖς καί ἡμέρες εἴκοσιν.[…]

[…] Κανένας δέν γνωρίζει εἰς ποῖο μέρος εἶναι θαμμένο τό σκήνωμά του. Ὡς τόσον εἰς ὅλην τήν Ἀνατολήν τόν μοιρολογοῦν ἀπό τήν ἡμέραν ὅπου ἐσκοτώθη ἕως τήν σήμερον. Ποῖος ἄλλος ἄνθρωπος ἐθρηνήθηκε καί μοιρολογήθηκε πεντακόσια χρόνια καί θά μοιρολογιέται εἰς τόν αἰῶνα; Ναί, αὐτός ὁ ταπεινός, ὁ υπομονετικός, ὁ πρᾶος, ὁ πολυαγαπημένος, διότι εἰς μνημόσυνον αἰώνιον ἔσται δίκαιος. […]».2

Πέρα ἀπό τά ὀδυνηρά ἐσωτερικά καί ἐξωτερικά ἱστορικά γεγονότα πού ὁδήγησαν στήν Ἅλωση τῆς Βασιλεύουσας Πόλης, ἡ τραγική καί ἡρωική μορφή τοῦ τελευταίου βυζαντινοῦ αὐτοκράτορα, τοῦ Μαρμαρωμένου Βασιλιᾶ, ριζωμένη βαθιά στήν πληγωμένη ψυχή τοῦ Γένους, ἔγινε θρῆνος, θρῦλος, εἰκόνα, κέντημα, τραγούδι, καί μαζί μέ τήν πίστη καί τή γλώσσα, ἦταν αὐτή πού ἔτρεφε τίς ἐλπίδες γιά τήν ἀνάσταση τοῦ Γένους στά μαῦρα χρόνια τῆς ὀθωμανικής κατοχῆς, ἀλλά καί τόν ἀγώνα γιά τήν ἀπελευθέρωση.

Εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἀπάντηση τοῦ Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στόν διοικητή τοῦ ἀγγλικοῦ ναυτικοῦ Χάμιλτον, ὅπως τήν διηγεῖται ὁ ἴδιος στά Ἀπομνημονεύματά του:

«Μίαν φοράν, ὅταν ἐπήραμεν τό Ναύπλιον, ἦλθε ὁ Ἄμιλτων νά μέ ἰδῇ. Μοῦ εἶπε ὅτι: “Πρέπει οἱ Ἕλληνες νά ζητήσουν συμβιβασμόν καί ἡ Ἀγγλία νά μεσιτεύσῃ”.

Ἐγώ τοῦ ἀποκρίθηκα ὅτι: “Αὐτό δέν γίνεται ποτέ. Ἐλευθερία ἤ θάνατος. Ἐμεῖς, καπετάν Ἄμιλτων, ποτέ συμβιβασμόν δέν ἐκάμαμεν μέ τόν Τοῦρκον. Ἄλλους ἔκοψε, ἄλλους ἐσκλάβωσε μέ τό σπαθί καί ἄλλοι, καθώς ἐμεῖς, ἐζούσαμεν ἐλεύθεροι ἀπό γενεά εἰς γενεά. Ὁ βασιλεύς μας (Κωνσταντίνος Παλαιολόγος) ἐσκοτώθη, καμμία συνθήκη δέν ἔκαμε. Ἡ φρουρά του εἶχε παντοτινόν πόλεμον μέ τούς Τούρκους καί δύο φρούρια ἦταν πάντοτε ἀνυπότακτα”.

Μέ εἶπε: “Ποία εἶναι ἡ βασιλική φρουρά του, ποῖα εἶναι τά φρούρια;”

“Ἡ φρουρά τοῦ βασιλέως μας εἶναι οἱ λεγόμενοι κλέφτες, τά φρούρια ἡ Μάνη καί τό Σούλι καί τά βουνά”.

Ἔτσι δέν μέ ὁμίλησε πλέον». 3

***

Σήμερα ἡ μνήμη τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου πληγώνει ἀκόμα τήν ψυχή μας, ἀλλά καί τήν ἀναπτερώνει. Γιατί ὁ τελευταῖος βασιλιάς εἶναι σύμβολο ὄχι μόνο γιά ὅ,τι χάθηκε, ἀλλά καί γιά ὅ,τι γεννήθηκε καί ἀναστήθηκε μέσα ἀπό τίς στάχτες μιᾶς καταστροφῆς. Γιά ὅ,τι πρέπει νά κρατᾶμε σάν πολύτιμο φυλαχτό καί περιουσία γιά τήν ψυχή μας καί τήν πατρίδα μας. Καί μαζί ἔνα σύμβολο γιά ἐγρήγορση, ἑνότητα καί μετάνοια σέ καιρούς δύσκολους καί σκοτεινούς.

Ἄς εἶναι ἡ μνήμη του αἰωνία!


π.

 
1. Τά λόγια τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου πού ὁ Φώτης Κόντογλου παραθέτει, προέρχονται ἀπό τό ἔργο ἑνός ἀπό τούς ἱστορικούς τῆς Ἁλώσεως, τοῦ Γεωργίου Φραντζῆ (ἤ Σφραντζῆ) ὑπό τόν τίτλο «1453 – Χρονικόν Γεωργίου τοῦ Φραντζῆ, τοῦ Πρωτοβεστιαρίου», ἔκδ. G. P. Migne.

 
2. Ἀπόσπασμα ἀπό τό χειρόγραφο κείμενο τοῦ Φώτη Κόντογλου, Θρηνητικό Συναξάρι Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου. Ὁλόκληρο τό κείμενο δημοσιεύθηκε γιά πρώτη φορά στό περιοδικό ΚΙΒΩΤΟΣ (τ. Μαΐου-Ἰουνίου 1953). Ἀναδημοσιεύτηκε στό βιβλίο τοῦ Φώτη Κόντογλου «Ἡ Πονεμένη Ρωμιοσύνη».

 
3. Θ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς ἀπό τά 1770 ἕως τά 1836 – Ὑπαγόρευσε ὁ Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνης, Ἀθήνησιν, 1846.