«Ἔθηκας ἐπί τάς κεφαλάς αὐτῶν στέφανον ἐκ λίθων τιμίων».
Μπορεῖ τά στέφανά τους νά ἦταν φτωχά τήν ἡμέρα τῶν γάμων τους.
Μπορεῖ νά γέμισαν τή ζωή τους χαρές καί λύπες, ἁπλές, καθημερινές.
Μπορεῖ νά ἔκαναν λάθη, ἀστοχίες, χωρίς ὡστόσο νά σταματήσουν νά κοιτάζονται στά μάτια μέ τήν καρδιά ἀνόθευτη, καθαρή.
Τά χρόνια πέρασαν…
Τά γηρατειά, ἡ ἀσθένεια, ἡ ἀδυναμία ἐπισκέφθηκαν τήν ὕπαρξή τους.
Μάθανε, ὄχι ἄκοπα, νά μοιράζονται τόν «ζυγό» τους μέ τήν ἀγάπη.
Ἔτσι, καθώς τά στέφανα πλουτίζονταν μέ «λίθους τιμίους» ποικίλους, ὅπως τά εἶχε εὐλογήσει ὁ Θεός, ἕνας λίθος ἀκόμα δείχνει νά προστίθεται στήν κοινή τους πορεία πρός τήν αἰωνιότητα:
Ἡ ἀσθένεια τοῦ ἑνός, πού σφιχτοδένεται μέ τή θυσία, τόν κόπο τοῦ ἄλλου. Τά πόδια τοῦ ἑνός πού φτάνουν καί γιά τούς δυό!
Ἔτσι συνεχίζεται ἡ συνοδοιπορία ὥς τά ἔσχατα!.
Ἡ κοινή τους «ἄνοδος»!
Ε. Βερονίκη

